Diese Präsentation wurde erfolgreich gemeldet.
Die SlideShare-Präsentation wird heruntergeladen. ×

¨ΕΡΩ¨ - 20ο ΤΕΥΧΟΣ - (ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014)

Anzeige
Anzeige
Anzeige
Anzeige
Anzeige
Anzeige
Anzeige
Anzeige
Anzeige
Anzeige
Anzeige
Anzeige
οκτωβριοσ -δεκεμβριοσ 2014 / ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗς-ΠΡΟΒΟΛΗς ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ / ΤΕΥΧΟΣ 20 / TIMH 4
Ἀφιέρω...
2
ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ - ΕΚΔΟΤΗΣ
«ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ»
ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
-ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
ΥΠΕΥΘΥΝ...
3
σ. 32
σ. 35
σ. 39
σ. 40
σ. 41
σ. 43
σ. 43
σ. 43
σ. 44
σ. 44
σ. 45
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
σ. 4
σ. 16
σ. 22
σ. 22
σ. 23
σ. 24
σ. 26
σ...
Anzeige
Anzeige
Anzeige
Anzeige
Anzeige
Anzeige
Anzeige
Anzeige
Anzeige
Anzeige

Hier ansehen

1 von 81 Anzeige

¨ΕΡΩ¨ - 20ο ΤΕΥΧΟΣ - (ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014)

Herunterladen, um offline zu lesen

Η ¨ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ¨ ΣΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΟ 20ο ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ¨ΕΡΩ¨

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΩΡΑ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ ΤΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΣΑΣ.

ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ - ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Γραφεῖα Θεσσ/νίκης:
Μοναστηρίου 225, Μενεμένη, 54628
τηλ: 2310552207, τηλεομοιότυπο: 2310552209

Γραφεῑα Ἀθηνῶν:
.
Πανεπιστημίου 39, Στοά Πεσματζόγλου
10679, 5ος ὄροφος, τηλ.2106930355

http://www.enromiosini.gr/

Η ¨ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ¨ ΣΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΟ 20ο ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ¨ΕΡΩ¨

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΤΩΡΑ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ ΤΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΣΑΣ.

ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ - ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Γραφεῖα Θεσσ/νίκης:
Μοναστηρίου 225, Μενεμένη, 54628
τηλ: 2310552207, τηλεομοιότυπο: 2310552209

Γραφεῑα Ἀθηνῶν:
.
Πανεπιστημίου 39, Στοά Πεσματζόγλου
10679, 5ος ὄροφος, τηλ.2106930355

http://www.enromiosini.gr/

Anzeige
Anzeige

Weitere Verwandte Inhalte

Diashows für Sie (19)

Ähnlich wie ¨ΕΡΩ¨ - 20ο ΤΕΥΧΟΣ - (ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014) (20)

Anzeige

Weitere von ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ Ε.ΡΩ. (10)

Aktuellste (20)

Anzeige

¨ΕΡΩ¨ - 20ο ΤΕΥΧΟΣ - (ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014)

  1. 1. οκτωβριοσ -δεκεμβριοσ 2014 / ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗς-ΠΡΟΒΟΛΗς ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ / ΤΕΥΧΟΣ 20 / TIMH 4 Ἀφιέρωμα Ὅσιος Παΐσιος
  2. 2. 2 ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ - ΕΚΔΟΤΗΣ «ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ -ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ KATA TON ΝΟΜΟ Θεόφιλος Παπαδόπουλος, Πρόεδρος Τηλ.: 6972559553 ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΣΥΝΤΑΞΗΣ Θεόφιλος Παπαδόπουλος Γεώργιος Βιλλιώτης Δῆμος Θανάσουλας Χαράλαμπος Στεργιούλης ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ ΤΕΥΧΟΥΣ Δήμητρα Τζίκα ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ-στοιχειοθεσια Γ. Ἀνανιάδης ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ Μαρία Ἰωαννίδου, Τηλ.: 2310 552 207 ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Ἀναστάσιος 'Ιορδανίδης, Τηλ. 6976889447 Τηλεομοιότυπο: 2310 552209 ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΑΘΗΝΑΣ Ἀγγελική Καπετάνιου, Τηλ. 210 5227967 210 6930355 Τηλεομοιότυπο 210 6930355 EΤΗΣΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗ Ἐσωτερικοῦ: 20 Εὐρώ, Ἐξωτερικοῦ: 40 Εὐρώ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ EUROBANK, BIC: EFGBGRAA IBAN: GR4002603220000140200352972 ΠΕΙΡΑΙΩΣ: SWIFT-BIC: PIRBGRAA 5253-059675-650 IBAN: GR67 0172 2530 0052 5305 9675 650 «ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» Γραφεῖα Θεσσαλονίκης: Μοναστηρίου 225, Μενεμένη, 54628 Τηλ: 2310 552207, Τηλεομοιότυπο: 2310 552209 Γραφεῖα Ἀθηνῶν: Πανεπιστημίου 39, Στοὰ Πεσματζόγλου 10679, 5ος ὄροφος, Τηλ.210 6930355 -Τηλ.210 5227967 Ἱστοσελίδα: www.enromiosini.gr Ἠλεκτρ.ταχυδρομεῖο:contact@enromiosini.gr ISSN: 1792-2828 Οἱ συγγραφεῖς τῶν ἄρθρων φέρουν τὴν εὐθύνη γιὰ τὶς ἀπόψεις τους. ΤΕΥΧΟΣ ΑΡ.20/ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014 ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ TOY ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ-ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ Πολ­λές φο­ρές στό πε­ρι­ο­δι­κό Ἐ­ρῶ δη­μο­σι­εύ­θη­καν κεί­με­να γιά τόν ὅ­σιο Γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Τώ­ρα με­τά τήν ἁ­γι­ο­κα­τά­τα­ξή του ἀ­φι­ε­ρώ­νε­ται ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου τό πα­ρόν τεῦ­χος στόν ὅ­σιο Πα­ΐ­σιο, μέ ἀ­γά­πη, σε­βα­σμό καί εὐ­γνω­ μο­σύ­νη γιά ὅ­σα προ­σέ­φε­ρε καί βο­ή­θη­σε ἀ­να­ρίθ­μη­τες ψυ­χές μέ ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο προ­σω­πι­κό τρό­πο, ἀλ­λά καί τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί τό Γέ­νος μας. Ἡ χά­ρη του εἶ­ναι ἀ­δα­πά­νη­ τη καί ἀ­νε­ξάν­τλη­τη καί τά με­τά τήν κοί­μη­σή του θαύ­ μα­τα ἀ­μέ­τρη­τα. Ὁ Θε­ός τόν ἀ­νέ­δει­ξε γιά νά βο­η­θή­ση τήν πνευ­μα­τι­κά φτω­χή καί δύ­σκο­λη ἐ­πο­χή μας μέ λό­για, μέ ἔρ­γα, μέ τό πα­ρά­δειγ­μά του, τήν προ­σευ­χή του, «ἐν ση­ μεί­οις καὶ τέ­ρα­σι». Τά λό­για του ἔ­χουν χα­ρι­σμα­τι­κή ἐ­πί­ δρα­ση καί ἡ ἀ­σκη­τι­κο–μαρ­τυ­ρι­κή ζω­ή του συγ­κι­νεῖ τούς πάν­τες. Ὁ λα­ός τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά ἀ­κό­μη καί οἱ ἀ­δι­ά­φο­ροι αἰ­σθά­νον­ται με­γά­λη εὐ­λά­βεια καί ἀ­γά­πη γιά τό ἅ­γιο πρό­ σω­πό του! Αὐ­τό εἶ­ναι ἡ ἀν­τα­μοι­βή, ἡ δι­καί­α ἀν­τα­πό­δο­ση τοῦ κό­σμου γιά τούς κό­πους καί τίς θυ­σί­ες του πού ἀ­πό ἀ­γά­πη ἔ­πα­σχε γιά τόν πο­νε­μέ­νο σύγ­χρο­νο ἄν­θρω­πο. Σή­ με­ρα κα­νέ­να ἄλ­λο πρό­σω­πο δέν ἔ­χει τό­ση ἐ­πι­και­ρό­τη­τα, δέν συγ­κι­νεῖ τό­σο τίς ψυ­χές τῶν ἀν­θρώ­πων, δέν συγ­κεν­ τρώ­νει τόν πό­νο καί τά αἰ­τή­μα­τα τῶν πο­νε­μέ­νων, ὅ­πως ὁ ὅ­σιος Πα­ΐ­σιος. Τά ὅ­σα δη­μο­σι­εύ­ον­ται εἶ­ναι λί­γα ἄ­γνω­στα στοι­χεῖ­α καί ἀ­δη­μο­σί­ευ­τες φω­το­γρα­φί­ες καί νε­ό­τευ­κτες ἁ­γι­ο­γρα­ φί­ες πού πα­ρέ­χουν μιά συμ­πλη­ρω­μα­τι­κή εἰ­κό­να τοῦ Γέ­ ρον­τα. Τό πνευ­μα­τι­κό του ὗ­ψος, ἡ ἐ­παν­θοῦ­σα χά­ρις πού τοῦ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ός θά πα­ρα­μεί­νη ἄ­γνω­στη καί ἀ­σύλ­λη­ πτη, κα­λυμ­μέ­νη ἀ­πό τήν βα­θειά του τα­πεί­νω­ση. Ὑ­πῆρ­ ξε με­γά­λος γιά τήν ἐ­πο­χή μας, ἄν κρί­νω­με ἀ­πό τήν προ­ σφο­ρά του καί τά ση­μεῖ­α πού γί­νον­ται με­τά τήν κοί­μη­σή του. Μπο­ροῦ­με νά τόν πα­ρο­μοι­ά­σω­με μέ πο­λυ­χεύ­μο­να χρυ­σορ­ρό­α πο­τα­μό πού ἀρ­δεύ­ει ἅ­παν τό πρό­σω­πο τῆς Ἑλ­λά­δος, ἀλ­λά καί τήν παγ­κό­σμια Ὀρ­θο­δο­ξί­α. Ἡ φή­μη του ἐ­ξῆλ­θε εἰς πᾶ­σαν τήν γῆν καί εἰς τά πέ­ρα­τα τῆς Οἰ­ κου­μέ­νης ἔ­φθα­σαν τά λό­για του. Τί τό ἰ­δι­αί­τε­ρο εἶ­χε ὁ ὅ­σιος Πα­ΐ­σιος καί ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Θε­ό τό­ση χά­ρη καί δό­ξα; Ὅ­πως ἡ σκιά ἀ­κο­λου­θεῖ τό σῶ­μα ἔ­τσι καί στόν Ὅ­σιο ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πάν­τα, ἦ­ταν στήν φύ­ση του, ἡ φι­λό­τι­μη ἄ­σκη­ση γιά τόν Θε­ό, ἡ θυ­σι­α­στι­κή ἀ­γά­ πη του γιά τόν κά­θε ἄν­θρω­πο, ἡ προ­τί­μη­ση τοῦ συμ­φέ­ ρον­τος τοῦ πλη­σί­ον, ἡ δί­ψα γιά νά βο­η­θή­ση τόν κα­θέ­να στήν σω­τη­ρί­α του. Ὅ­λη του ἡ ζω­ή ἦ­ταν μιά θυ­σί­α, μιά προ­σφο­ρά γιά τόν κό­σμο, τήν Ἐκ­κλη­σί­α, τό Γέ­νος, τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα, σάν τήν λαμ­πά­δα πού καί­γε­ται καί λυ­ώ­ νει γιά νά φω­τί­ζη καί νά πα­ρη­γο­ρῆ μέ τό φῶς της τούς ἄλ­λους. Αὐ­τό εἶ­ναι τό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ὅ­λων τῶν Ἁ­γί­ων, πού ἐ­ξαι­ρέ­τως κα­τεῖ­χε καί ὁ ὅ­σιος Πα­ΐ­σιος. «Ἁ­γί­ων ἴ­διον μὴ δό­ξαν, μὴ τι­μήν, μη­δὲ ἄλ­λο προ­τι­μᾶν τῆς τοῦ πλη­σί­ον σω­τη­ρί­ας». (Ἁγ. Χρυ­σο­στό­μου, P.G. 57, 53). Οἱ πρε­σβεῖ­ες τοῦ ὁ­σί­ου Πα­ϊ­σί­ου, ὅ­λων τῶν Ἁ­γί­ων καί τῆς Θε­ο­τό­κου νά βο­η­θοῦν τόν κά­θε ἄν­θρω­πο, τήν δο­κι­ μα­ζο­μέ­νη πα­τρί­δα μας καί ὅ­λο τόν κό­σμο. Ἀ­μήν.
  3. 3. 3 σ. 32 σ. 35 σ. 39 σ. 40 σ. 41 σ. 43 σ. 43 σ. 43 σ. 44 σ. 44 σ. 45 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ σ. 4 σ. 16 σ. 22 σ. 22 σ. 23 σ. 24 σ. 26 σ. 29 σ. 31 σ. 32 ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΑΦΙΕΡΩΜΑ : ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ Οἱ ἀναμνήσεις μου ἀπό τόν ὅσιο Παΐσιο Δι­ή­γη­ση Μυ­ρο­φό­ρας μο­να­χῆς Ὁ ὅσιος Παΐσιος καί οἱ μαθητές τῆς Ἀθωνιάδος Δι­ή­γη­ση Ἀρ­χιμ. Νι­κο­δή­μου Καν­σί­ζο­γλου Ἐκπλήρωσε τήν ἐπιθυμία μου Δι­ή­γη­ση Θε­ο­δώ­ρου Χα­τζη­πα­τέ­ρα «Ἐγώ παπᾶδες δέν ἐξομολογῶ» Δι­ή­γη­ση π. Θε­ο­δο­σί­ου Ἁ­γι­ο­παυ­λί­του Προσευχή μέ δάκρυα καί πληροφορία Δι­η­γή­σεις π. Με­θο­δί­ου Διάγνωση ἀποθεραπείας Διήγηση Ἰ­ω­άν­νου Δι­α­κο­γε­ωρ­γί­ου «Πόσο μέ βοήθησε ὁ ὅσιος Παΐσιος» Δι­ή­γη­ση Χρυ­σάν­θου Μπρου­κά­κη «Ἕξι χρόνια μέ φωνάζεις» Δι­ή­γη­ση Δή­μη­τρας Χρι­στο­δού­λου Ὁ ὅσιος Παΐσιος, ὁ μεγάλος μου εὐργέτης Δι­ή­γη­ση Τσια­βέ Βα­σι­λεί­ου «Σοῦ γεμίζω τό μάτι τώρα;» Εὐ­λα­βής ἱ­ε­ρέ­ας δι­η­γεῖ­ται Στήριξη σέ μαθητή Δι­ή­γη­ση Γε­ωρ­γί­ου Βερ­νέ­ζου Θαυμαστή ἀλλοίωση Δι­ή­γη­ση Εὐ­στα­θί­ου Ἀ­δα­μο­πού­λου Συμφέρει νά ἔχη τό πρόβλημα Δι­ή­γη­ση Γρη­γο­ρί­ου Α.. Ἀποκαλύψεις καί δαιμονικό φῶς Εὐ­λα­βής προ­σκυ­νη­τής δι­η­γεῖ­ται Ἔξοδοι στόν κόσμο Μαρ­τυ­ρί­α Ἁ­γνῆς Τρι­κού­κη Μαρ­τυ­ρί­α Μαρ­τυ­ρί­α Ζή­νω­να Τρι­κού­κη Μαρ­τυ­ρί­α Μαρ­τυ­ρί­α κυ­ρί­ας Με­λι­τι­νῆς Ἀμ­πά­δου Μαρ­τυ­ρί­α Δι­ή­γη­ση πα­πα-Δαυ­ΐδ, Κα­ρε­ώ­του «Ἔβλεπε τίς σκέψεις μου» Μαρ­τυ­ρί­α π. Ρα­φα­ήλ Σ. Ἐξαφάνισε τήν ἐκδίκηση Μαρ­τυ­ρί­α κ. Γ. Ἡ οὐράνια μορφή του Μαρ­τυ­ρί­α Παύ­λου
  4. 4. 4 σ. 48 σ. 48 σ. 49 σ. 49 σ. 49 σ. 49 σ. 50 σ. 50 σ. 51 σ. 53 σ. 53 σ. 53 ΣΥΝΤΟΜΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΔΙΔΑΧΕΣ σ. 54 ΘΑΥΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ σ. 106 σ. 68 σ. 70 σ. 71 σ. 71 σ. 72 σ. 75 σ. 78 σ. 79 σ. 79 Συμ­μα­θη­τής του δι­η­γεῖ­ται Δι­η­γεῖ­το εὐ­λα­βής προ­σκυ­νη­τής ἐκ Κο­νί­τσης Δι­η­γεῖ­το ἡ ἀ­δελ­φή τοῦ Γέ­ρον­τα Χρι­στί­να Δι­η­γεῖ­το ὁ Βα­σί­λει­ος Κί­τσιος, γαμ­πρός ἀ­πό ἀ­νε­ψιά τοῦ Γέ­ρον­τα Δι­η­γεῖ­το ὁ Κο­νι­τσι­ώ­της Παῦ­λος Σέρ­ρας Δι­η­γεῖ­το ὁ Ἀ­λέ­ξης Σέρ­ρας ἐκ Κο­νί­τσης Δι­η­γεῖ­το ὁ ἀ­δελ­φός τοῦ Γέ­ρον­τα Ρα­φα­ήλ Δι­η­γεῖ­το ἡ Εἰρήνη Καραμουράτη-Μουρελάτου, ἀνεψιᾶ τοῦ ὁσίου Παϊσίου, κόρη τῆς ἀδελφῆς του Ζωῆς Βα­σί­λη Μου­ρε­χί­δη, Κό­νι­τσα Ἀ­νώ­νυ­μος δι­η­γή­θη­κε Ἀ­νώ­νυ­μος δι­η­γή­θη­κε Δι­ή­γη­ση Γέ­ρον­τος Γα­βρι­ήλ Διδαχὲς τοῦ ὁσίου Παϊσίου Θεραπεία καρκινοπαθοῦς Κα­τα­γρα­φή Μα­ρί­ας Βα­βου­λι­ώ­του-Κα­ρα­ΐ­σκου Ἐπικοινωνεῖ μέ αὐτιστικά παιδιά Δι­ή­γη­ση Ἠ­λί­α Βου­τσι­νᾶ, Πά­τρα Εὐωδία ἀπό βιβλία Μαρ­τυ­ρί­α Χρι­στί­νας Γα­λα­νο­πού­λου Προ­σκυ­νη­τής ἀ­πό Σέρ­ρες Ὁ τάφος ἔχει ζωή καί θεραπεύει Μαρ­τυ­ρί­α Δ. Σ. Ἔκανε τήν ἐγχείρηση Δι­ή­γη­ση Νι­κο­λά­ου Κου­λού­ρη, Κα­θη­γη­τοῦ Συγκλονίστηκε ἀπό βιβλίο τοῦ Γέροντα Νέ­ος, ἀ­πό τήν Κεν­τρι­κή Ἑλ­λά­δα «Νά μήν βλέπης τηλεόραση» κ. Χ. «Ἦταν ἐδῶ» Ἀ­σθε­νής 20 ἐ­τῶν ὀ­νό­μα­τι Μ., ἀ­θλη­τής
  5. 5. 5 ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ Οἱ ἀναμνήσεις μου ἀπό τόν ὅσιο Παΐσιο «Ἤ­μουν 14 χρο­νῶν, ὅ­ταν γιά πρώ­τη φο­ρά μί­λη­σα μέ τόν παπ­πού­λη, ἔ­τσι τόν φώ­να­ζα. Δέν ἤ­ξε­ρα πολ­λά ἀ­πό πνευ­μα­τι­ κή ζω­ή. Τό­τε εἶ­χα γνω­ρί­σει τόν Γέ­ρον­τά μας, ἄρ­χι­σα νά ἐ­ξο­μο­λο­γοῦ­μαι. Ἤ­μουν πά­νω στόν ἐν­θου­σια­σμό τῆς πνευ­μα­τι­ κῆς ζω­ῆς. Εἶ­χα κά­τι βλά­σφη­μους λο­γι­ σμούς, ἔ­τσι τούς ἔ­λε­γε ὁ παπ­πού­λης. »Οἱ λο­γι­σμοί ἦ­ταν γιά τόν Γέ­ρον­τά μας καί μέ στε­νο­χω­ροῦ­σαν πά­ρα πο­λύ. Μοῦ ἔ­λε­γε ὁ Γέ­ρον­τας, μήν τά δί­νης ση­ μα­σί­α εἶ­ναι τοῦ δι­α­βό­λου, ἐ­γώ δέν μπο­ ροῦ­σα νά τό ξε­πε­ρά­σω. Εἶ­χε βγῆ ὁ παπ­ πού­λης στόν κό­σμο. Ἑ­τοί­μα­ζε τό­τε τό βι­βλί­ο μέ τόν Βί­ο τοῦ ὁ­σί­ου Ἀρ­σε­νί­ου. Ὁ Γέ­ρον­τας τό ἤ­ξε­ρε, μοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να γράμ­ μα καί μέ ἔ­στει­λε νά δῶ τόν παπ­πού­λη καί νά τοῦ πῶ τούς λο­γι­σμούς πού μέ στε­νο­χω­ροῦ­σαν πά­ρα πο­λύ. Ζή­τη­σα νά δῶ τόν παπ­πού­λη ἀ­πό τίς ἀ­δελ­φές, μοῦ εἶ­παν, «δέν θά μπο­ρέ­ση νά σέ δῆ οὔ­τε ἐ­μᾶς εἶ­δε ἀ­κό­μα, οὔ­τε κα­νέ­ναν». Ἔ­δω­ σα στίς ἀ­δελ­φές τό γράμ­μα πού μοῦ εἶ­ χε δώ­σει ὁ Γέ­ρον­τας γιά τόν παπ­πού­λη καί τό ἀ­πό­γευ­μα μέ φώ­να­ξε. Ἦ­ταν στό κελ­λά­κι πού ἦ­ταν πά­νω ἀ­πό τήν δε­ξα­με­ νή. Ἦ­ταν νέ­ος ἀ­κό­μη ὁ παπ­πού­λης, τά Δι­ή­γη­ση Μυ­ρο­φό­ρας μο­να­χῆς
  6. 6. 6 γέ­νια του ἦ­ταν πο­λύ μαῦ­ρα. Κά­θη­σε σέ ἕ­να σκα­μνά­κι καί ἐ­γώ γο­νά­τι­σα ἐ­κεῖ καί ἄρ­χι­σα νά τοῦ λέ­ω ὅ,τι εἶ­χα. »»Ὅ­λους αὐ­τούς τούς λο­γι­σμούς», μοῦ λέ­ει, «τούς παίρ­νω ἐ­γώ. Θά δώ­ σω ἐ­γώ λό­γο στόν Θε­ό». Μοῦ εἶ­πε ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα: «Ἐ­κεῖ στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ἦρ­θε ἕ­να κα­λο­γέ­ρι, εἶ­χε πο­λύ εὐ­λά­βεια σέ κά­ποι­ον Ἅ­γιο. Δέν τόν ἀ­σπα­ζό­ταν, για­τί τοῦ ἔρ­χον­ταν βλά­σφη­μοι λο­γι­σμοί γιά τόν Ἅ­γιο. Ὅ­ταν μοῦ τό εἶ­πε, τόν πῆ­ ρα ἀ­πό τό χέ­ρι καί τόν πῆ­γα στήν εἰ­κό­ να τοῦ Ἁ­γί­ου. Τόν ἔ­βα­λα νά τόν ἀ­σπα­ σθῆ παν­τοῦ, στό πρό­σω­πο, στά χέ­ρια, σέ ὅ­λο τὸ σῶ­μα, ἔ­τσι καί ἐ­σύ νά ἀ­σπα­σθῆς πολ­λές φο­ρές τά χέ­ ρια τοῦ Γέ­ρον­τα. Τό ταγ­κα­λά­κι θέ­λει νά σέ ἀ­πο­μα­κρύ­νη ἀ­πό τόν Γέ­ρον­τα, νά μήν μπο­ρῆ νά σέ βο­ η­θή­ση. Ἐ­γώ τώ­ρα θά σέ βο­η­θή­σω νά φύ­γουν ὅ­λα αὐ­τά, ἀλ­λά καί με­τά δέν θά σέ ἀ­φή­σω. Θά σέ σπρώ­χνω πνευ­μα­τι­ κά σέ ὅ­λη σου τήν ζω­ή». Αὐ­τό ἦ­ταν, ὅ­λα ἔ­φυ­γαν, εἶ­χα γε­ μί­σει χα­ρά, πῆ­ρα τήν εὐ­χή του καί ἔ­φυ­ γα πε­τών­τας. »Τήν ἄλ­λη μέ­ρα, μέ πῆ­ραν οἱ ἀ­δελ­φές νά τσα­πί­σου­με κά­τι χόρ­τα. Ἐ­κεῖ πού δου­λεύ­α­με ἦρ­θε καί ὁ παπ­πού­λης. Κα­ θή­σα­με ὅ­λες γύ­ρω του καί μᾶς ἔ­λε­γε γιά τό ὄ­ρος Σι­νᾶ, πῶς περ­νοῦ­σε ἐ­κεῖ μέ τούς Βε­δου­ΐ­νους, μᾶς ἔ­λε­γε πολ­λά ἀ­στεῖ­α, οἱ ἀ­δελ­φές ξε­καρ­δί­ζον­ταν στά γέ­λια. Ἐ­μέ­ να μοῦ εἶ­χε κά­νει ἐν­τύ­πω­ση, πῶς ἕ­νας ἅ­γιος ἔ­λε­γε τό­σα ἀ­στεῖ­α. Ὅ­μως δέν τό
  7. 7. 7 Ὁ ὅσιος Παΐσιος στὸ Σινᾶ πα­ρε­ξή­γη­σα, εἶ­χαν μιά χά­ρη τά ἀ­στεῖ­α του. Θυ­μᾶ­μαι, ἔ­λε­γε στίς ἀ­δελ­φές, ὅ,τι ὅ­ταν ἀ­νοί­γη ἕ­να Μο­να­στή­ρι εἶ­ναι κα­ λό οἱ πρῶ­τες ἀ­δελ­φές νά γνω­ρί­ζων­ται ἀ­πό τόν κό­σμο, για­τί ἀλ­λοι­ῶς γί­νε­ται μί­α κου­ρε­λού μέ δι­α­φο­ρε­τι­κά κου­ρέ­λια. Ὅ­ταν ἦρ­θε ἐ­κεῖ ποὺ τσα­πί­ζα­με καί πῆ­γα νά πά­ρω τήν εὐ­ χή του, μέ ρώ­ τη­σε: «Ἐν­τά­ξει; ἔ­φυ­γαν οἱ λο­γι­ σμοί; τούς ξερ­ ρι­ζώ­σα­με;». »Οἱ πρῶ­τες ἀ­δελ­φές ποὺ ἤρ­θα­με στό Μο­ να­στή­ρι, γνω­ ρι­ζό­μα­σταν ἀ­πό τόν κό­σμο. Εἴ­ χα­με Πνευ­μα­τι­ κό τὸν Γέ­ρον­τα, εἴ­χα­με δε­θεῖ με­ τα­ξύ μας πο­λύ καί μέ τόν Γέ­ ρον­τα. Τά χα­ρά­ μα­τα ἀ­νε­βαί­να­ με μέ τά πό­δια, β ο ­η ­θ ο ύ ­σ α ­μ ε τόν Γέ­ρον­τα νά λει­τουρ­γή­ση, με­τά τοῦ λέ­γα­ με λο­γι­σμούς, με­ρι­κές φο­ρές μᾶς κρα­τοῦ­σε ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα, τήν περ­νού­σα­ με πνευ­μα­τι­κά. Ἔ­τσι εἴ­χα­με δε­ θεῖ με­τα­ξύ μας. Ἦ­ταν δύ­σκο­λο νά χω­ρί­σου­με καί νά πᾶ­με σέ δι­α­φο­ρε­τι­ κά Μο­να­στή­ρια καί χω­ρίς τόν Γέ­ρον­τα. Εἴ­χα­με ἀρ­χί­σει νά λέ­με στόν Γέ­ρον­τα νά κά­νου­με ἕ­να Μο­να­στη­ρά­κι. Ὁ Γέ­ρον­τας ἔ­με­νε μό­νος του, εἶ­χε ἕ­να μι­κρό κελ­λά­ κι καί ἄλ­λα τρί­α–τέσ­σε­ρα κελ­λά­κια. Ὁ Γέ­ρον­τας μᾶς ἔ­λε­γε, ὅ­τι ἦ­ταν δύ­σκο­λο νά γί­νη Μο­να­στή­ρι καί ὅ­τι ὁ ἴ­διος δέν μπο­ροῦ­σε νά ἀ­να­λά­βη. »Τό­τε εἶ­χε ἔρ­θει ὁ παπ­πού­λης νά δῆ τόν Γέ­ρον­τα, δέν θυ­μᾶ­μαι ἂν ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φορά, για­ τί ἐρ­χό­ταν ἐ­δῶ καί πρίν γί­νει τό Μο­να­ στή­ρι. Ἐ­μεῖς ὅ­λες μα­ζί τοῦ εἴ­πα­με: ― Παπ­πού­λη, ἂς κά­νο­με ἐ­δῶ ἕ­να Μο­ να­στη­ρά­κι δυ­σκο­ λευ­ό­μα­στε νά πᾶ­με ἀλ­λοῦ. ― Μή στε­νο­χω­ ρι­έ­στε, μᾶς εἶ­πε, ἐ­γώ θά πεί­σω τόν Γέ­ρον­ τα νά κά­νη ἐ­δῶ Μο­ να­στή­ρι. Με­τά εἶ­πε στόνΓέ­ρον­τα,ὅ­τιθά ἀ­να­λάμ­βα­νε νά μᾶς βο­η­θή­ση πνευ­μα­τι­ κά καί ἔ­τσι ἄρ­χι­σε νά γί­νε­ται σι­γά–σι­ γά. Δέν εἴ­χα­με ἔρ­θει ἀ­κό­μη γιά πάν­τα, ὅ­μως τίς πιό πολ­λές μέ­ρες καί νύ­χτες τίς περ­νού­σα­με ἐ­δῶ. »Τό­τε ἐ­γώ ἤ­μουν 16 χρο­νῶν. Οἱ ὑ­πό­ λοι­πες ἀ­δελ­φές μοῦ ἔ­λε­γαν, ἐ­σέ­να δέν θά σέ πά­ρη ὁ Γέ­ρον­τας τώ­ρα, εἶ­σαι μι­κρή. Ἐ­γώ στε­νο­χω­ρι­ό­ μουν πο­λύ, ἀλ­λά δέν τολ­μοῦ­σα νά ρω­τή­σω τόν Γέ­ρον­τα, μή μοῦ πῆ ὅ­τι πράγ­μα­τι δέν θά μέ ἔ­παιρ­νε. Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ παπ­ πού­λης πῆ­γα νά τόν δῶ. Τόν ρώ­τη­σα: ― Παπ­πού­λη, ὅ­ταν ἀ­νοί­ξη τό Μο­ να­στή­ρι, θά μέ πά­ρη ὁ Γέ­ρον­τας; για­τί
  8. 8. 8 εἶ­μαι μι­κρή. ― Πό­σο χρο­νῶν εἶ­σαι; Τοῦ εἶ­πα: ― Δε­κα­έ­ξι. Μέ χτύ­πη­σε στήν πλά­τη καί μοῦ λέ­ει: ― Τα­μὰμ γιά νύ­φη Χρι­στοῦ εἶ­σαι. Καί ἡ ἁ­γί­α Μα­ρί­να δε­κα­έ­ξι χρο­νῶν ἦ­ταν, ἔ­πια­σε τόν δι­ά­βο­λο ἀ­πό τά κέ­ρα­τα καί τόν πά­τη­σε, ἔ­τσι νά κά­νης καί ἐ­σύ. Πρώ­τη ἐ­σέ­να θά πά­ρη ὁ Γέ­ρον­τας. »Ἔ­φυ­γα ὅ­λο χα­ρά. Ἀ­πό παι­δί εἶ­χα ἕ­να πα­ρά­πο­νο, ὅ­λα τά παι­δά­κια στήν ἡ­λι­κί­α μου εἶ­χαν κάποιον παπ­ποῦ ἤ για­ γιά, ἐγώ δέν εἶ­χα για­τί εἶ­χαν κοι­μη­θεῖ πρίν γεν­νη­θῶ. Ὁ παπ­πού­λης μέ ρω­τοῦ­ σε πολ­λές φο­ρές, «ἔ­χεις παπ­ποῦ;» Τοῦ ἔ­λε­γα, «ὄ­χι». «Ἐ­γώ παπ­πούς σου δὲν εἶ­ μαι;» μοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε. »Δι­ά­βα­ζα στά βι­βλί­α, ὅ­τι οἱ Ἅ­γιοι πολ­λές φο­ρές γνω­ρί­ζουν τίς σκέ­ψεις μας, ὅ­μως δέν τό εἶ­χα ζή­σει. Ἦ­ταν ἀ­πό τίς πρῶ­τες φο­ρές πού μι­λοῦ­σα μέ τόν παπ­πού­λη. Ἐ­κεῖ πού ἔ­λε­γα λο­γι­σμούς καί μοῦ ἔ­δι­νε συμ­βου­λές, κρα­τοῦ­σε στό χέ­ρι του ἕ­να κομ­πο­σχοίνι ­ἑκα­το­στά­ρι. Στήν τσέ­ πη μου εἶ­χα καί ἐγώ ἕ­να ἀ­κρι­βῶς τό ἴ­διο. Ἔ­κα­να τόν λο­γι­σμό, ὅ­ταν τε­λει­ώ­σου­με τήν συ­ζή­τη­ση νά τοῦ πῶ νά μοῦ δώ­ση τό δι­κό του κομ­πο­σχοίνι γιά εὐ­λο­γί­α καί νά τοῦ δώ­σω τό δι­κό μου, νά μήν μεί­νη χω­ρίς κομ­πο­σχοίνι. Δέν πρό­λα­βα νά πῶ τί­πο­τα καί μοῦ λέ­ει: ― Ἀλ­λά­ζου­με κομ­πο­σχοίνια; Τοῦ λέ­ω: ― Αὐ­τό θά σᾶς ἔ­λε­γα τώ­ρα, παπ­πού­ λη. ― Τό κα­τά­λα­βα, μοῦ λέ­ει. »Ἤ­μουν μι­κρή, εἶ­χα πολ­λά χρό­νια δι­α­φο­ρά ἀ­πό τίς ἄλ­λες ἀ­δελ­φές. Μοῦ ἔ­δει­χνε πολ­λή ἀ­γά­πη. Ἔ­λε­γε, «νά τό ξέ­ ρε­τε, ἡ μο­να­χή Μυ­ρο­φό­ρα εἶ­ναι τό δι­κό μου κα­λο­γέ­ρι». Ὅ­ταν πή­γαι­να νά πά­ρω τήν εὐ­χή του, μοῦ ἔ­λε­γε, «ἔ­λα κα­λο­γέ­ ρι». Ὅ­ταν μα­ζεύ­ον­ταν ὅ­λες οἱ ἀ­δελ­φές, ἔ­κα­νε πώς δέν μέ ἔ­βλε­πε καί ἔ­λε­γε, «τό δι­κό μου κα­λο­γέ­ρι ποῦ εἶ­ναι;». «Ἐ­δῶ, παπ­πού­λη», τοῦ ἔ­λε­γαν οἱ ἀ­δελ­φές. Μέ ἔ­βλε­πε με­τά καί γε­λοῦ­σε. Μᾶς ἔ­δι­νε πάν­τα ὅ­ταν ἔρ­χον­ταν μί­α εὐ­λο­γί­α ἤ ἕ­να κομ­πο­σχοι­νά­κι ἤ ἕ­να εἰ­κο­νά­κι ἀ­πό ἐ­κεῖ­ να πού ἔ­φτεια­χνε ὁ ἴ­διος. Οἱ ἀ­δελ­φές ἦ­ταν ὄρ­θι­ες καί πε­ρι­μέ­να­με νά ἀρ­χί­ση ἡ σύ­να­ξη πού θά μᾶς ἔ­κα­νε, περ­νοῦ­σε καί μέ­σα ἀ­πό ἕ­να σακ­κου­λά­κι ἔ­βγα­ζε τίς εὐ­λο­γί­ες καί ἔ­δι­νε στίς ἀ­δελ­φές. Ἐ­μέ­να γύ­ρι­ζε μέ ἔ­βλε­πε, γε­λοῦ­σε, μέ προ­σπερ­ νοῦ­σε, δέν μοῦ ἔ­δι­νε εὐ­λο­γί­α. Ὅ­ταν ἔ­δι­ νε σέ ὅ­λες, γυρ­νοῦ­σε σέ μένα γε­λοῦ­σε πά­λι καί μοῦ ἔ­δι­νε ὅ­σα εἶ­χαν πε­ρισ­σέ­ ψει. »Ὅ­ταν τοῦ ἔ­λε­γα, ὅ­τι ἔ­κα­να κά­ποι­ο σφάλ­μα, π.χ. στε­νο­χώ­ρη­σα τούς Γε­ ρον­τᾶ­δες ἤ δέν μί­λη­σα μέ σε­βα­σμό στίς ἀ­δελ­φές, μοῦ ἔ­λε­γε, «ρε­ζί­λι μέ ἔ­κα­νες, βρέ Μυ­ρο­φό­ρα, ἐ­σύ εἶ­σαι τό δι­κό μου κα­λο­γέ­ρι, ἐ­μέ­να κά­νεις ρε­ζί­λι». Φρόν­ τι­ζα τό­τε νά μήν κά­νω ρε­ζί­λι τόν παπ­ πού­λη. Εὔ­κο­λα στε­νο­χω­ρι­ό­μουν. Μοῦ ἔ­λε­γε: «Λί­γο νά ψάλ­λης, λί­γο νά λές τήν εὐ­χή ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα, στόν πα­ρά­δει­σο θά εἶ­σαι». Ὅ­ταν πή­γαι­να νά τόν δῶ, μοῦ ἔ­λε­γε, «ἔ­λα τώ­ρα νά ψάλ­λου­με». Ψά­λα­ με πολ­λά. Τό «Ἄ­ξιόν ἐ­στι», τό «Ἅ­γιος ὁ Θε­ός», τό «Πάν­των προ­στα­τεύ­εις ἀ­γα­ θή», τό ἀρ­γό «Ἐκ νε­ό­τη­τός μου» καί πολ­λά ἄλ­λα τρο­πά­ρια. »Τήν χρο­νιά πού εἶ­χε πρω­το­βγεῖ τό βι­βλί­ο μέ τόν βί­ο τοῦ ὁ­σί­ου Ἀρ­σε­νί­ου, στό Μο­να­στή­ρι μας δέν εἴ­χα­με πολ­λά χρή­μα­τα, ἔ­πρε­πε νά γί­νουν λί­γα κελ­λά­ κια για­τί μέ­να­με δύ­ο ἀ­δελ­φές στό ἴ­διο κελ­λί. Εἴ­χα­με πά­ρει ἕ­να μά­στο­ρα καί ἐ­μεῖς βο­η­θού­σα­με, φτει­ά­χνα­με χαρ­μά­νι, τό κου­βα­λού­σα­με καί τά τοῦ­βλα. Ἐ­γώ ἤ­μουν μι­κρό­τε­ρη, εἶ­χα δυ­νά­μεις καί βο­ η­θοῦ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρο. Πολ­λές φο­ρές δου­λεύ­α­με μέ­χρι ἀρ­ γά. Κοι­μό­μουν λί­γο, ξυ­πνοῦ­σα, ἔ­κα­να τόν κα­νό­να μου, με­τά κα­θό­μουν στό
  9. 9. 9 πά­τω­μα δι­ά­βα­ζα λί­γο ἀ­πό τό βι­βλί­ο τοῦ ὁ­σί­ου Ἀρ­σε­νί­ου. Μοῦ ἔ­δι­νε δύ­να­μη, μέ βο­η­θοῦ­σε πο­λύ, ἔ­νοι­ω­θα μιά χα­ρά καί συγ­κί­νη­ση. Με­τά συ­νέ­χι­ζα τά πνευ­μα­ τι­κά μου, ἀ­φοῦ τήν ἡ­μέ­ρα δέν ὑ­πῆρ­χε χρό­νος, ἔ­πρε­πε νά βο­η­θῶ τόν μά­στο­ρα. Δέν δι­ά­βα­ζα ὅ­μως κα­νέ­να ἄλ­λο βι­βλί­ο, δέν προ­λά­βαι­να. »Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ παπ­πού­λης, μέ ρώ­τη­ σε: ― Τί βι­βλί­ο δι­α­βά­ζεις, Μυ­ρο­φό­ρα; Τοῦ εἶ­πα: ― Αὐ­τόν τόν και­ρό δέν δι­α­βά­ζω παπ­ πού­λη κα­νέ­να βι­βλί­ο, δέν προ­λα­βαί­νω. Αὐ­τός γέ­λα­σε καί μοῦ λέ­ει: ― Ἐ­μέ­να δέν μέ ξε­γε­λᾶς. Δι­α­βά­ζεις κά­ποι­ο βι­βλί­ο. Δέν δι­α­βά­ζεις τόν ὅ­σιο Ἀρ­σέ­νιο; Ἀ­φοῦ ἐ­γώ σέ βλέ­πω ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. »Ἄλ­λη φο­ρά, ὅ­ταν πῆ­γα νά τόν δῶ, στό τέ­λος ἔ­βγα­λε ἀ­πό τόν τρου­βά του ἕ­να κομ­πο­σχοί­νι τρι­α­κο­σά­ρι, μοῦ τό ἔ­δω­σε, «πάρ­το, μοῦ λέ­ει, μέ αὐ­τό κά­νω δύ­ο χρό­νια τόν κα­νό­να μου». Ἦ­ταν πράγ­μα­τι δου­λε­μέ­νο. Με­τά μοῦ λέ­ει, «αὐ­τά τά λε­πτὰ τρι­α­κο­σά­ρια εἶ­ναι ἡ ψυ­χή μου. Δέν βλέ­πω ὅ­μως νά τό πλέ­ξω. Περ­πα­τῶ στό δά­σος μί­α ὥ­ρα καί κά­νω...», δέν θυ­μᾶ­μαι πό­σα κομ­πο­σχοί­ νια μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἔ­κα­νε. Εἶ­χα λο­γι­σμούς πού πῆ­ρα τό τρι­α­κο­σά­ρι τοῦ παπ­πού­λη, μοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι δέν ἔ­βλε­πε νά πλέ­ξη ἄλ­ λο τό­σο λε­πτό. Ἱερὰ Μονὴ Στομίου
  10. 10. 10 »Τήν ἄλ­λη φο­ρά πού εἶ­χε ἔρ­θει, σκέ­ φθη­κα καί τοῦ ἔ­πλε­ξα πέν­τε τρι­α­κο­ σά­ρια λε­πτά, δέν τοῦ τό εἶ­χα πεῖ. Ἐ­κεῖ πού τοῦ ἔ­λε­γα λο­γι­σμούς καί μοῦ ἔ­δι­νε συμ­βου­λές –εἶ­χα τά κομ­πο­σχοί­νια μέ­σα στήν τσέ­πη μου σέ ἕ­να νά­ϋ­λον σακ­κου­ λά­κι– μοῦ λέ­ει: «Ἄν­τε βρέ, Μυ­ρο­φό­ρα, δέν θά μοῦ δώ­σης αὐ­τά πού μοῦ ἔ­φτεια­ ξες;». Καί ἄρ­χι­σε νά ψά­χνη τίς τσέ­πες τῆς ζα­κέ­τας, γέ­λα­σε καί λέ­ει: «Ἄ, δέν εἶ­ ναι ἐ­δῶ». Σή­κω­σε τό κον­τό μου καί ἀ­πό τήν τσέ­πη τοῦ φο­ρέ­μα­τός μου ἔ­βγα­λε τό σακ­κου­λά­κι μέ τά κομ­πο­σχοί­νια καί μοῦ λέ­ει: ― Γιά μένα δέν εἶ­ναι αὐ­τά; ― Γιά σᾶς εἶ­ναι, τοῦ λέ­ω. »Ἄ­νοι­ξε τό σακ­κου­λά­κι, πῆ­ρε τά τρί­α καί τά ἄλ­λα δύ­ο τά ἔ­βα­λε ξα­νά στήν τσέ­ πη μου. «Αὐ­τά θά πά­ρω», μοῦ λέ­ει. Τό βρά­δυ λέ­ει στήν Γε­ρόν­τισ­σα: ― Ἡ ἀδελφή Μυ­ρο­φό­ρα, μοῦ ἔ­πλε­ ξε με­ρι­κά τρι­α­κο­σά­ρια δέν τά πῆ­ρα ὅ­λα, λές νά τήν στε­νο­χώ­ρε­σα; ― Δέν νο­μί­ζω, παπ­πού­λη, νά στε­νο­ χω­ρή­θη­κε. »Δέν ἡ­σύ­χα­σε ὅ­μως. Τήν ἄλ­λη μέ­ρα εἴ­χα­με κά­νει ρα­σο­φο­ρία κάποια ἀδελφή, με­τά τήν ἀ­κο­λου­θί­α ἤ­μα­σταν στήν κου­ ζί­να καί τρώ­γα­με λου­κου­μά­δες. Πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο καί ρω­τοῦ­σε ἂν ἤ­μουν ἐ­κεῖ. Τοῦ εἶ­παν οἱ ἀ­δελ­φές, «ἐ­δῶ εἶ­ναι παπ­ πού­λη». Ὅ­ταν πῆ­γα στό τη­λέ­φω­νο, μοῦ λέ­ει: «Φέ­ρε, βρέ, Μυ­ρο­φό­ρα, ἐ­κεῖ­να τά κομ­πο­σχοί­νια πού δέν πῆ­ρα, για­τί αὐ­τά πού μοῦ ἔ­δω­σες μοῦ τά πῆ­ραν ὅ­λα». Μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση αὐ­τή ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α, νά μήν στε­νο­χω­ρή­ση τούς ἄλ­λους, πάν­τα ἤ­θε­λε νά δί­νη χα­ρά. »Πο­νοῦ­σε πο­λύ ὅ­ταν ἔ­βλε­πε ἄρ­ρω­ στο. Ἀ­πό τά βά­ρη πού σή­κω­να εἶ­χε πά­ θει ἡ μέ­ση μου, πο­νοῦ­σα πο­λύ, ἤ­μουν στό κρεβ­βά­τι δέν μπο­ροῦ­σα νά στα­θῶ καί στό κρεβ­βά­τι δέν μπο­ροῦ­σα νά γυ­ ρί­σω ἀ­πό τήν ἄλ­λη πλευ­ρά. Ἤ­μουν ἕ­ξι μῆ­νες στό κρεβ­βά­τι χω­ρίς νά μπο­ρῶ νά κου­νη­θῶ. Εἶ­χε ἔρ­θει ὁ παπ­πού­λης. Μό­ λις ἦρ­θε, τοῦ εἶ­παν οἱ ἀ­δελ­φές: ― Παπ­πού­λη, ἡ ἀ­δελ­φή Μυ­ρο­φό­ρα εἶ­ναι στό κρεβ­βά­τι, πο­νά­ει ἡ μέ­ση της. ― Γι᾿ αὐ­τό ἦρ­θα, λέ­ει. »Ἦρ­θε στό κελ­λί μου. Δέν εἶ­χαν πιά­ σει ἀ­κό­μη τά κρύ­α, ἦ­ταν Ὀ­κτώ­βριος. Μό­λις ἦρ­θε, λέ­ει στίς ἀ­δελ­φές πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ: «Τί εἶ­ναι αὐ­τά, μω­ρέ, θέ­λει ζέ­στη ἐ­δῶ! Βάλ­τε στόν τοῖ­χο πού εἶ­ναι τό κρεβ­βά­τι ἕ­να νο­βο­πάν, κα­λύψ­τε το μέ μί­α κου­βέρ­τα, βάλ­τε ζε­στά στρω­σί­δια, φέρ­τε καί μιά ἠ­λε­κτρι­κή σόμ­πα. Μέ αὐ­ τό τό κρύ­ο ὅ­λο τό χει­μῶ­να στό κρεβ­βά­ τι θά εἶ­ναι, ἡ ζέ­στη χα­λα­ρώ­νει τά νεῦ­ρα καί πο­νά­ει λι­γό­τε­ρο». »Ὅ­ταν οἱ ἀ­δελ­φές ἔ­κα­ναν ὅ­,τι τίς εἶ­ πε, ἦρ­θε πά­λι στό κελ­λί, εἶ­χε ἀλ­λά­ξει τό πρό­σω­πό του. «Ἔ­τσι μπρά­βο, τώ­ρα ὅ­λα κα­λά». Ἡ σόμ­πα ἦ­ταν μα­κρό­στε­νη, μέ πεί­ρα­ζε: «Ἄν­τε τώ­ρα, ἔ­χεις καί τη­λε­ό­ρα­ ση», μοῦ ἔ­λε­γε. Ὅ­σο ἤ­μουν στό κρεβ­βά­ τι προ­σπα­θοῦ­σα νά πλέ­ξω κα­νέ­να κομ­ πο­σχοι­νά­κι. Δί­πλα μου εἶ­χα ἕ­να κο­μο­ δί­νο, ἐ­κεῖ ἐ­πά­νω ἄ­φη­να τά νή­μα­τα πού πε­ρίσ­σευ­αν ἀ­πό τά κομ­πο­σχοι­νά­κια. Εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ καί σκό­νες ἐ­κεῖ στό κο­ μο­δί­νο. Μό­λις τό εἶ­δε ὁ παπ­πού­λης, εἶ­πε μέ ἕ­να πα­ρά­πο­νο: «Δέν ὑ­πάρ­χει κα­νείς ἐ­δῶ νά τό κα­θα­ρί­ση αὐ­τό τό κο­μο­δί­νο;». Οἱ ἀ­δελ­φές μέ πε­ρι­ποι­ό­ταν πο­λύ, δέν τό εἶ­χαν προ­σέ­ξει, οὔ­τε κι ἐ­γώ τό εἶ­χα προ­ σέ­ξει. Ὅ­μως ὁ παπ­πού­λης τά ἤ­θε­λε ὅ­λα τέ­λεια στόν ἄρ­ρω­στο. »Ἐ­κεῖ­νο τό βρά­δυ κά­θη­σε μέ­χρι ἀρ­ γά στό κελ­λί μου, μοῦ ἔ­δι­νε συμ­βου­λές, ἔ­κα­νε ἀ­στεῖ­α. Πῆ­ρε μιά κασ­σέ­τα πού ὑ­πῆρ­χε στό κελ­λί μου. «Τώ­ρα θά βά­λου­ με τό μα­γνη­τό­φω­νο νά παί­ξη». Ἔ­βα­λε τήν κασ­σέ­τα στό τσε­πά­κι, ἐ­κεῖ κον­τά στό στῆ­θος ὅ­πως βά­ζου­με τήν κασ­σέ­τα
  11. 11. 11 στό μα­γνη­τό­φω­νο, πά­τη­σε μέ τό δά­κτυ­ λό του τήν μύ­τη του καί ἄρ­χι­σε νά ψάλ­ λη. Ἔ­ψα­λε πολ­λά τρο­πά­ρια, ἔ­μει­νε μα­ζί μου μέ­χρι ἀρ­γά. »Τήν ἄλ­λη μέ­ρα στίς 4.00´ μό­λις χτύ­ πη­σε γιά τήν ἀ­κο­λου­θί­α, ἦρ­θε πά­λι στό κελ­λί μου. Πῆ­ρε ἕ­να σκα­μνά­κι, κά­θι­σε δί­πλα στό κρεβ­βά­τι μου, ἔ­μει­νε κα­τά τήν διά­ρκεια ὅ­λης τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας. Μοῦ ἔ­δι­νε συμ­βου­λές, μέ ρω­τοῦ­σε δι­ά­φο­ρα. Ὅ­ταν χτύ­πη­σαν τά καμ­πα­νά­κια γιά τήν «Τι­μι­ω­τέ­ρα», ση­κώ­θη­κε. Στήν ἐκ­ κλη­σί­α, Μυ­ρο­φό­ρα, ψάλ­λουν τήν «Τι­ μι­ω­τέ­ρα», νά τήν ψάλ­λου­με καί ἐ­μεῖς. Ἔ­κα­νε στρω­τές με­τά­νοι­ες καί ἔ­ψα­λε τήν «Τι­μι­ω­τέ­ρα». Μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση πό­σες ὧ­ρες εἶ­χε μεί­νει κον­τά μου. Πῆ­ ρα ἕ­να κα­λό μά­θη­μα μέ ὅ­λα αὐ­τά, γιά τό πό­σο πρέ­πει νά προ­σέ­χου­με τούς ἀρ­ρώ­ στους. »Δέν τοῦ εἶ­χε πεῖ κα­νείς τί ἀ­κρι­βῶς εἶ­χα. Μό­λις μέ εἶ­δε, μοῦ εἶ­πε, «ἔ­χουν σπά­σει δύ­ο δί­σκοι, τά κομ­μά­τια πι­έ­ζουν νεῦ­ρα, ἐ­σέ­να πι­έ­ζουν ἀ­πό τήν ἀ­ρι­στε­ρή με­ριά καί σέ πο­νά­ει τό ἀ­ρι­στε­ρό πό­δι, ἐ­μέ­να μέ πο­νά­ει τό δε­ξί», για­τί κι ἐ­κεῖ­ νος ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό τήν μέ­ση του. Ὅ­ταν συ­νῆλ­θε κά­πως ἡ μέ­ση μου, μοῦ ἔ­κα­νε μα­θή­μα­τα πῶς νά ση­κώ­νω κά­ποι­ο βά­ ρος. «Νά μήν σκύ­βης, μοῦ ἔ­λε­γε, νά κά­ θε­σαι μέ λυ­γι­σμέ­να γό­να­τα καί σι­γά–σι­ γά νά ση­κώ­νε­σαι». »Μᾶς ἔ­λε­γε, «ὅ­ταν βγαί­νη τό τσί­που­ ρο, νά πά­ρε­τε τό πρῶ­το τσί­που­ρο πού εἶ­ναι δυ­να­τό σάν τό οἰ­νό­πνευ­μα, νά τό βά­λε­τε σέ ἕ­να βά­ζο καί νά βά­λε­τε μέ­σα πι­πε­ρι­ές καυ­τε­ρές, νά τό βά­λε­τε στόν ἥ­λιο καί μέ αὐ­τό νά σοῦ κά­νουν ἐν­τρι­ βές οἱ ἀ­δελ­φές στή μέ­ση καί στό πό­δι. Νά ξα­πλώ­νης ἀ­πό τήν δε­ξιά πλευ­ρά ἀ­πό τό πό­δι πού δέν πο­νά­ει, νά μα­ζεύ­ης τό ἀ­ρι­στε­ρό πό­δι ἐ­πά­νω στό δε­ξί, θά νοι­ώ­ θης ἀ­να­κού­φι­ση». Προ­σπα­θοῦ­σα νά κά­νω τίς με­τά­νοι­ ες, ὅ­ταν ἔ­γι­να κά­πως κα­λά. Μοῦ ἔ­λε­γε, «ὄ­χι πολ­λές μα­ζί, δέ­κα–δέ­κα, φα­σού­λι– φα­σού­λι γε­μί­ζει τό σακ­κού­λι». Ἡ μέ­ση μου δέν ἦ­ταν κα­λά. Ἐ­κεῖ πού ση­κω­νό­μουν ἀ­πό τό κρεβ­ βά­τι, δέν μπο­ροῦ­σα νά κου­νη­θῶ καί πά­ λι ἔ­πε­φτα στό κρεβ­βά­τι. Οἱ για­τροί ἔ­λε­γαν, ὅ­τι πρέ­πει νά κά­ νω ἐγ­χεί­ρη­ση. Τό­τε ὅ­μως αὐ­τή τήν ἐγ­ χεί­ρη­ση τήν ἔ­κα­ναν ὀρ­θο­πε­δι­κοί για­ τροί, ὄ­χι ὅ­πως τώ­ρα πού τήν κά­νουν νευ­ρο­χει­ροῦρ­γοι, καί πολ­λοί ἀ­σθε­νεῖς ἔ­με­ναν πα­ρά­λυ­τοι. Φο­βό­μα­σταν αὐ­τήν τήν ἐγ­χεί­ρη­ση. Ὅ­ταν τό εἴ­πα­με στόν παπ­πού­λη, μοῦ εἶ­πε, «μή στε­νο­χω­ρι­έ­ σαι, τώ­ρα θά τήν καρ­φώ­σου­με τήν μέ­ ση, θά βά­λου­με ἕ­να με­γά­λο καρ­φί» καί μοῦ ἔ­δει­ξε μέ τό χέ­ρι του ὅ­τι τό καρ­φί θά εἶ­ναι 30 πόν­τους. Πράγ­μα­τι ἀ­πό τό­ τε δέν ξα­νά­πε­σα στό κρεβ­βά­τι, πο­νά­ω, πι­ά­νε­ται ἡ μέ­ση μου, δέν μπο­ρῶ νά κα­ θή­σω πολ­λή ὥ­ρα, ἀλ­λά ὄ­χι ἐ­κεῖ­νο πού δέν μπο­ροῦ­σα νά κου­νη­θῶ καί νά στα­ θῶ ὄρ­θια. »Κά­ποι­α φο­ρά πά­λι, ἐ­κεῖ πού συ­ζη­ τού­σα­με ἔ­βγα­λε ἀ­πό τόν τρου­βά του ἕ­να λε­πτό κομ­πο­σχοί­νι ἑ­κα­το­στά­ρι μέ κόκ­κι­νες χάν­τρες καί μοῦ τό ἔ­δω­σε. Τό πῆ­ρα καί ἔ­κα­να τόν λο­γι­σμό ὅ­τι, αὐ­τό τό κομ­πο­σχοί­νι δέν τό ἔ­πλε­ξε ὁ παπ­πού­ λης, ἀ­φοῦ δέν βλέ­πει νά πλέ­κη λε­πτά κομ­πο­σχοί­νια, ὅ­πως μοῦ εἶ­χε πεῖ, οὔ­τε συ­νή­θι­ζε νά βά­ζη κόκ­κι­νες χάν­τρες. Ἐ­κεῖ πού ἔ­κα­να αὐ­τούς τούς λο­γι­σμούς, βγά­ζει ἀ­πό τόν τρου­βά του ἕ­να τρι­αν­τα­ τριά­ρι κομ­πο­σχοί­νι μέ μαῦ­ρες χάν­τρες, ὅ­πως αὐ­τά πού ἔ­πλε­κε ἐ­κεῖ­νος. Μοῦ τό δί­νει καί μοῦ λέ­ει, «πάρ­το, αὐ­τό ἐ­γώ τό ἔ­πλε­ξα». »Ὅ­ταν ἤ­θε­λε νά μοῦ δεί­ξη νά φτειά­ χνω αὐ­τό τό σταυ­ρό πού κά­νω τώ­ρα στά κομ­πο­σχοι­νά­κια, μοῦ εἶ­πε: «Φέ­ρε μί­α ὀρ­γυι­ά μαλ­λί νά σοῦ μά­θω νά φτειά­ χνης ἕ­να σταυ­ρό ἐν­νο­ών­τας ὅ­τι αὐ­τό
  12. 12. 12 εἶ­ναι κα­νό­νι», ἔ­λε­γε, αὐ­τός ὁ σταυ­ρός εἶ­ναι δυ­να­τό ὅ­πλο. »Γιά νά μοῦ δώ­ση χα­ρά, πολ­λές φο­ρές μοῦ ζη­τοῦ­σε νά τοῦ δώ­σω κά­τι, π.χ. εἶ­χα ἕ­να ψα­λι­δά­κι, ἦ­ταν καί λί­γο σπα­σμέ­νο, μοῦ εἶ­πε: «Ἀ­δελ­φή Μυ­ρο­φό­ρα, μοῦ δί­ νης αὐ­τό τό ψα­λι­δά­κι; μοῦ χρει­ά­ζε­τε νά κό­βω τά μαλ­λιά ἀ­πό τά κομ­πο­σχοί­νια». Ὁ λο­γι­σμός, μοῦ λέ­ει, ὅ­τι δέν τό ζη­τοῦ­ σε για­τί τό εἶ­χε ἀ­νάγ­κη, θά μπο­ροῦ­σε νά βρῆ κα­λύ­τε­ρο καί ὄ­χι τό δι­κό μου τό σπα­σμέ­νο. Τό ἔ­κα­νε γιά νά χα­ρῶ. »Ἄλ­λη φο­ρά, τοῦ εἶ­χα πλέ­ξει κά­τι μάλ­λι­να πα­που­τσά­κια–τιρ­λί­κια, τά πῆ­ ρε καί μοῦ λέ­ει γιά νά χα­ρῶ: «Τώ­ρα πού μοῦ τά ἔ­πλε­ξες ἐ­σύ καί τό κα­λο­καί­ρι θά τά φο­ρά­ω». »Κά­πο­τε τοῦ εἶ­πα ὅ­τι ἔ­κρι­να μέ τόν λο­γι­σμό μί­α ἀ­δελ­φή. Μοῦ εἶ­πε: «Οἱ πνευ­ μα­τι­κοί ἄν­θρω­ποι κρύ­βουν τίς ἀ­ρε­τές καί κά­νουν με­ρι­κά πράγ­μα­τα πού φαί­ νον­ται ὅ­τι δέν εἶ­ναι πνευ­μα­τι­κά νά μᾶς μπερ­δέ­ψουν καί νά κρύ­ψουν τίς ἀ­ρε­τές τους, γι᾿ αὐ­τό νά μήν κρί­νης». »Ἄλ­λη φο­ρά, εἶ­χε γί­νει κά­τι τήν ὥ­ρα πού ψάλ­λα­με στό ἀ­να­λό­γιο, εἶ­χα στε­νο­ χω­ρή­σει τόν Γέ­ρον­τα. Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ παπ­πού­λης καί πῆ­γα νά τόν δῶ, μέ ρώ­τη­σε για­τί ἤ­μουν στε­νο­ χω­ρη­μέ­νη. ― Στε­νο­χώ­ρε­σα τόν Γέ­ρον­τα, τοῦ εἶ­ πα. ― Οἱ στρα­τι­ῶ­ται, μοῦ λέ­ει, ὅ­ταν τραυ­μα­τί­ζων­ται στόν πό­λε­μο δέν κά­θον­ ται νά κλαῖ­νε. Δέ­νουν τό τραῦ­μα τους καί προ­χω­ροῦν. ― Πᾶ­με νά βά­λου­με με­τά­νοι­α. Μέ πῆ­ ρε ἀ­πό τό χέ­ρι καί πή­γα­με στόν Γέ­ρον­τα καί τοῦ εἶ­πε: ― Ἤρ­θα­με νά βά­λου­με με­τά­νοι­α μέ τό κα­λο­γέ­ρι καί ἔ­κα­νε στρω­τή με­τά­νοι­α Κελί Τιμίου Σταυροῦ σήμερα
  13. 13. 13 μα­ζί μου. Με­τά ὁ Γέ­ρον­τας, τοῦ ἔ­λε­γε τί εἶ­χε γί­νει. Ἐ­κεῖ­νος τόν κοι­τοῦ­σε μέ ἠ­ρε­ μί­α. »Ἄλ­λη φο­ρά, εἶ­χα κά­νει ἕ­να σφάλ­μα καί μοῦ εἶ­χε πεῖ ὁ Γέ­ρον­τας «δέν θά σέ ξα­να­ε­ξο­μο­λο­γή­σω». Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ παπ­ πού­λης, τοῦ τό εἶ­πα. Ἄ­νοι­ξε τήν πόρ­τα ἀ­πό τό κελ­λά­κι πού μι­λού­σα­με, στόν δι­ ά­δρο­μο ἦ­ταν ὁ Γέ­ρον­τας. Τοῦ εἶ­πε, «ἔ­λα μέ­σα Γέ­ρον­τα». Ἔ­βγα­λε ἕ­να πε­νην­τά­ ρι­κο, τά πα­λιά χρή­μα­τα, τοῦ τό ἔ­δω­σε. «Πά­ρε αὐ­τό γιά πλη­ρω­μή, τοῦ εἶ­πε, καί ὅ­πο­τε ἔ­χει ἀ­νάγ­κη τό κα­λο­γέ­ρι θά τό ἐ­ξο­μο­λο­γῆς, ἀλ­λοι­ῶς θά τό πά­ρω στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος». »Μιά φο­ρά, ἦ­ταν οἱ Γε­ρον­τᾶ­δες καί ἀ­δελ­φές, ἐ­γώ εἶ­χα ἀ­κουμ­πή­σει στόν τοῖ­ χο καί εἶ­χα τά χέ­ρια μου πί­σω στή μέ­ση, πο­νοῦ­σα λί­γο. Γιά μιά στιγ­μή, ἄρ­χι­σε νά μέ μα­λώ­νη. «Τί σε­βα­σμός εἶ­ναι αὐ­ τός, μοῦ ἔ­λε­γε, νά ἔ­χης τά χέ­ρια πί­σω!». Μέ κα­τσά­δια­σε γιά τά γε­ρά, εἶ­δε ὅ­τι δέν τό εἶ­χα ση­κώ­σει, μέ πῆ­ρε μέ­σα στό κελ­ λά­κι πού ἔ­με­να καί μοῦ λέ­ει: «Νά μέ συγ­χω­ρέ­σης πού σέ μά­λω­σα, ἄν ἔ­πρε­πε νά σοῦ πῶ κά­τι θά σοῦ τό ἔ­λε­γα τώ­ρα πού εἴ­μα­στε μό­νοι. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή με­ρι­κές ἀ­δελ­φές ἔ­χουν λο­γι­σμούς ὅ­τι σέ ἀ­γα­πῶ πε­ρισ­σό­τε­ρο, γι᾿ αὐ­τό σέ μά­λω­σα μπρο­ στά τους». Μοῦ ἔ­κα­νε πολ­λές φο­ρές πα­ ρα­τη­ρή­σεις, ἀλ­λά δέν στε­νο­χω­ρι­ό­μουν, ἦ­ταν ὅ­λο ἀ­γά­πη. Ὅ­ταν εἶ­χα πε­ρά­ση τά τριά­ντα, μοῦ ἔ­λε­γε, «τώ­ρα εἶ­σαι ἀμ­μᾶς. Τώ­ρα, Μυ­ρο­ φό­ρα, Ἐν σοὶ μῆ­τερ ἀ­κρι­βῶς δι­ε­σώ­θη τὸ κατ᾿ εἰ­κό­να»... »Με­ρι­κές φο­ρές, τοῦ ἔ­λε­γα: ― Παπ­πού­λη, μι­λά­ω πο­λύ, λέ­ω πολ­ λά. Ἡ Ἱερά Μονή Στομίου καί ὁ νῦν Ἡγούμενός της
  14. 14. 14 ― Δέν εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα Μυ­ρο­φό­ρα, νά μι­λᾶ­με μέ τό Χρι­στό, τήν Πα­να­γί­α, πα­ρά μέ τούς ἀν­θρώ­πους; Ἕ­νας ἄν­θρω­ πος γιά νά μι­λή­ση μέ ἕ­να ἐ­πί­γει­ο βα­σι­λιά πρέ­πει νά πά­ρη ἄ­δεια πό­τε θά τοῦ μι­λή­ ση, ποι­ά ὥ­ρα, πό­σο θά τοῦ μι­λή­ση. Ἐ­μᾶς τά γυ­φτέ­λια (τούς μι­κρούς γύ­φτους), ὁ Χρι­στός μᾶς ἀ­φή­νει ὅ­πο­τε θέ­λου­με, ὅ­ση ὥ­ρα θέ­λου­με νά τοῦ μι­λᾶ­με καί χαί­ρε­ται ὅ­ταν τοῦ μι­λᾶ­με. Δέν κου­ρά­ζε­τε νά μᾶς ἀ­κού­η. »Πρίν ἀρ­χί­σει τίς συ­νά­ξεις πού μᾶς ἔ­κα­νε, κά­θε φο­ρά κα­θό­ταν λί­γη ὥ­ρα χω­ ρίς νά λέ­η τί­πο­τα. Μᾶς κοι­τοῦ­σε ὅ­λες σάν νά μᾶς περ­νοῦ­σε ἀ­κτι­νο­γρα­φί­α, με­ τά ἄρ­χι­ζε νά μᾶς λέ­η γιά πράγ­μα­τα πού μᾶς ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν μέ πα­ρα­δείγ­μα­τα. Τα­κτο­ποι­οῦ­σε ὅ­λα τά θέ­μα­τα τοῦ Μο­να­ στη­ριοῦ. Θυ­μᾶ­μαι, ὅ­ταν πή­γαι­να νά μέ δῆ, ὅ,­τι καί ἄν εἶ­χα ἔ­φευ­γαν ὅ­λα, ἔ­παιρ­ να μιά δύ­να­μη πού κρα­τοῦ­σε μέ­χρι νά ξα­νάρ­θη. Μέ ρω­τοῦ­σε: ― Ἀδελφή Μυ­ρο­φό­ρα, ξέ­ρεις μου­σι­ κά; ― Λί­γα, παπ­πού­λη, τοῦ ἔ­λε­γα. Μοῦ χτυ­ποῦ­σε τήν πλά­τη. ― Ἐ­σύ νά ψάλ­λης μέ τήν καρ­διά σου, μοῦ ἔ­λε­γε, ὅ­ταν ψάλ­λης, ὁ νοῦς σου νά εἶ­ναι στά θεῖ­α νο­ή­μα­τα πού ἔ­χουν τά τρο­πά­ρια, τό­τε θά ψάλ­λης γλυ­κά. »Ὅ­ταν προ­η­γού­με­νο βρά­δυ εἶ­χα ἀ­γρυ­πνί­ση, καί μέ ἔ­βλε­πε τό πρωΐ, με­ ρι­κές φο­ρές μέ ρω­τοῦ­σε, «σοῦ ἔ­δω­σε ὁ Χρι­στός, ἡ Πα­να­γί­α ἤ Ἅ­γιος πού γι­όρ­ τα­ζε ἐ­κεί­νη τήν ἡ­μέ­ρα καμ­μί­α σο­κο­λά­ τα;». Μέ ρω­τοῦ­σε: ― Μέ ἀ­κοῦς πού σέ φω­νά­ζω ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, «ἀ­δελ­φή Μυ­ρο­φό­ρα­α­α! «. »Ὅ­ταν εἶ­χε πρω­το­γί­νη τό Μο­να­στή­ ρι, δέν ξέ­ρα­με νά ψάλ­λου­με. Ἐρ­χό­ταν στό ἀ­να­λό­γιο μᾶς βο­η­θοῦ­σε ἤ καί ἔ­ψα­λε μό­νος του. Μί­α φο­ρά, τῆς Ἁ­γί­ας Σκέ­πης, ἔ­ψα­λε ὅ­λη τήν ἀ­κο­λου­θί­α, ἦ­ταν τό­σο ὡ­ραῖ­α! Καί τήν ὥ­ρα τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας μπο­ ροῦ­σε νά σοῦ πῆ ἕ­να ἀ­στεῖ­ο, νά σοῦ δώ­ ση χα­ρά. »Κά­πο­τε ἤ­μουν στε­νο­χω­ρη­μέ­νη. Ὁ παπ­πού­λης τό κα­τά­λα­βε. Μοῦ ἔ­κα­ νε νό­η­μα νά πά­ω κον­τά του, μέ ἔ­βα­λε νά κα­θή­σω στό δι­πλα­νό στα­σί­δι καί μέ­ σα στήν ἀ­κο­λου­θί­α μοῦ ἔ­λε­γε δι­ά­φο­ρα, ἔ­σκυ­βε στό αὐ­τί μου καί μοῦ μι­λοῦ­σε. Ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα πού λέ­γα­με τό Συ­να­ξά­ρι. Ἐ­νῶ μᾶς εἶ­χε πῆ, τήν ὥ­ρα πού λέ­με τό Συ­να­ξά­ρι νά κα­τε­βαί­νου­με ἀ­πό τά στα­ σί­δια, νά στε­κώ­μα­στε μέ εὐ­λά­βεια, ὅ­πως οἱ στρα­τι­ῶ­τες στέ­κον­ται προ­σο­χή ὅ­ταν θέ­λουν νά τι­μή­σουν κά­ποι­ον ἐ­θνι­κό ἥ­ρ- ω­α, ὅ­μως ὁ ἅ­γιος Γέ­ρον­τας ἀ­πό τήν πολ­ λή του ἀ­γά­πη τό ἔ­κα­νε αὐ­τό γιά νά μέ πα­ρη­γο­ρή­ση. »Χαί­ρον­ταν ὅ­ταν κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι ἀ­γω­νι­ζό­μουν, ὅ­τι ἔ­κα­να με­τά­νοι­ες καί ἀ­γρυ­πνί­ες καί μοῦ ἔ­λε­γε, χω­ρίς νά τοῦ λέ­ω κά­τι: «Τί σῶ­μα εἶ­ναι αὐ­τό πού ἔ­χεις, ἀ­δελ­φή Μυ­ρο­φό­ρα; σάν λά­στι­χο εἶ­ναι». Πράγ­μα­τι ἔ­κα­να πο­λύ εὔ­κο­λα με­τά­νοι­ ες. Τά χέ­ρια μου ἔ­βγαι­ναν εὔ­κο­λα ἀ­πό τόν καρ­πό, ὅ­ταν ἤ­μουν μι­κρή δέν μπο­ ροῦ­σα νά κά­νω με­τά­νοι­ες ἀ­κουμ­πών­τας τίς πα­λά­μες στό πά­τω­μα. Ἔ­κα­να τώ­ρα με­τά­νοι­ες ἀ­κουμ­πών­τας τίς γρο­θι­ές καί εἶ­χαν κά­νει κά­ποι­α ση­μά­δια. Ὅ­ταν μοῦ κρα­τοῦ­σε τό χέ­ρι γε­λοῦ­σε, κοι­τοῦ­σε τά ση­μά­δια ἀ­πό τίς με­τά­νοι­ες καί ἔ­λε­γε, «τό πρῶ­το ση­μά­δι εἶ­ναι τοῦ Χρι­στοῦ, τό δεύ­τε­ρο τοῦ ἁ­γί­ου Προ­δρό­ μου, τό τρί­το τοῦ ἁ­γί­ου Ἀρ­σε­νί­ου καί τό τέ­ταρ­το πού ἦ­ταν κά­πως με­γά­λο, ἔ­λε­γε, αὐ­τό εἶ­ναι τῆς Πα­να­γί­ας πού κρα­τᾶ καί τόν Χρι­στό στήν ἀγ­κα­λιά της». »Ἦ­ταν ὅ­μως αὐ­στη­ρός, ὅ­ταν ἤ­θε­λα νά κά­νω τό θέ­λη­μά μου. Ὅ­ταν ἤρ­θα­με στό Μο­να­στή­ρι, κά­να­με μί­α ἀ­γρυ­πνί­α τήν ἑ­βδο­μά­δα. Ἐ­γώ πή­γαι­να στήν Γε­ ρόν­τισ­σα κά­θε βρά­δυ καί τῆς ἔ­λε­γα, νά μοῦ δώ­ση εὐ­λο­γί­α νά κά­νω ἀ­γρυ­πνί­α. Στήν ἀρ­χή, μοῦ ἔ­λε­γε, «ὄ­χι, ἔ­κα­νες χθές
  15. 15. 15 εἶ­σαι κου­ρα­σμέ­νη». Ἐ­γώ τήν πα­ρα­κα­ λοῦ­σα καί στό τέ­λος μοῦ ἔ­δι­νε εὐ­λο­γί­α. Μέ­σα μου ὅ­μως ἔ­νοι­ω­θα, ὅ­τι αὐ­τό δέν ἦ­ταν κα­λό. Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ παπ­πού­λης, τοῦ τό εἶ­ πε. Μοῦ λέ­ει, «θά κά­νης μί­α ἀ­γρυ­πνί­α τήν ἑ­βδο­μά­δα. Ἄν ζη­τή­σης ἀ­πό τήν Γε­ ρόν­τισ­σα νά κά­νης δεύ­τε­ρη, θά σοῦ κό­ ψω καί τήν μί­α. Ἄν τό ξα­να­κά­νης, δέν θά σέ ἀ­φή­σω οὔ­τε στήν ἐκ­κλη­σί­α νά πη­ γαί­νης». Σάν νά μοῦ ἔ­κο­ψε τό θέ­λη­μα μέ τό μα­χαί­ρι, ἔ­τσι ἔ­νοι­ω­σα. »Πάν­τα ὅ­ταν πή­γαι­να νά τόν δῶ, κά­ θε φο­ρά μοῦ ἔ­λε­γε: «Ἄν­τε βρέ Μυ­ρο­φό­ ρα, νά ψάλ­λου­με. Ψά­λα­με μα­ζί. Ἔ­ψα­λε πο­λύ ὡ­ραῖ­α, ὅ­λα ἔ­φευ­γαν, ἔ­νοι­ω­θα πο­λύ γλυ­κά κον­τά του. »Μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση πάν­τα, ὅ­τι καί νά ἔ­λε­γε ἦ­ταν ὡ­ραῖ­ο καί ἔ­ξυ­πνο. Πρίν νά γί­νω μο­να­χή ἤμα­σταν, ὁ παπ­πού­λης, ἐ­γώ καί μί­α ἄλλη ἀ­δελ­φή. Εἶ­χε μί­α πα­ ρα­μά­να βαμ­μέ­νη μαύ­ρη καί κούμ­πω­νε τό ρά­σο του. Τοῦ λέ­ει ἡ ἄλλη ἀ­δελ­φή: ― Παπ­πού­λη, θά μοῦ δώ­σε­τε αὐ­τή τήν πα­ρα­μά­να; ― Ἔ­χεις μάν­να, τῆς λέ­ει, θές καί πα­ ρα­μά­να; Θά τήν δώ­σω σ᾿ αὐτήν. Ἤ­μουν λα­ϊ­κή τό­τε καί τήν ἔ­δω­σε σέ μέ­να. »Εἴ­χα­με μά­θει γιά τήν τε­λευ­ταί­α ἀρ­ρώ­στεια τοῦ παπ­πού­λη καί στε­νο­ χω­ρε­θή­κα­με πο­λύ. Με­τά πού βγῆ­κε καί ἔ­κα­νε ἐ­ξε­τά­σεις, μά­θα­με ὅ­τι σύν­το­μα θά ἔ­φευ­γε ἀ­πό κον­τά μας. »Εἶ­χε ἔρ­θει γιά τε­λευ­ταί­α φο­ρά στό Μο­να­στή­ρι μας, πο­νοῦ­σε πο­λύ. Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ἤ­μουν πο­λύ χά­λια. Εἶ­χα ἀ­πό μι­κρή κά­ποι­α πά­θη­ση, ἀ­πό αὐ­τό εἶ­χα ἀρ­ρω­στή­σει καί ἀρ­γό­τε­ρα νευ­ρί­α­ζα εὔ­ κο­λα, με­τά στε­νο­χω­ρι­ό­μουν πο­λύ καί μέ ἔ­πια­νε ἀ­πελ­πι­σί­α. Ἔ­κα­να λο­γι­σμούς ὅ­τι δέν θά σω­θῶ, δέν θά πά­ω στόν πα­ ρά­δει­σο, δέν εἶ­χα δι­ά­θε­ση νά ψάλ­λω καί ἔ­λε­γα στούς Γε­ρον­τᾶ­δες νά μήν ψάλ­λω στό ἀ­να­λό­γιο. Τό­τε ὅ­μως ὑ­πῆρ­χε ἀ­νάγ­ κη, για­τί δέν ὑ­πῆρ­χαν πολ­λές ἀ­δελ­φές πού μπο­ροῦ­σαν νά βο­η­θή­σουν στό ἀ­να­ λό­γιο. »Εἶ­χα στε­νο­χω­ρη­θεῖ πο­λύ πού ὁ παπ­ πού­λης θά ἔ­φευ­γε. Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ παπ­ πού­λης, μᾶς εἶ­παν οἱ Γε­ρον­τᾶ­δες, ὅ­τι δέν θά μᾶς ἔ­βλε­πε κα­τά μό­νας για­τί πο­νοῦ­σε πο­λύ, θά μᾶς ἔ­κα­νε μό­νο σύ­να­ξη. Εἴ­χα­ με κά­νει, νο­μί­ζω, τέσ­σε­ρις κου­ρές, για­ τί ὁ παπ­πού­λης δέν θά ξα­να­ερ­χό­ταν σέ μᾶς. Καί συ­νη­θί­ζα­με τίς κου­ρές νά τίς κά­νου­με ὅ­ταν ἐρ­χό­ταν ὁ παπ­πού­λης. »Ἐ­γώ βο­η­θοῦ­σα στούς λου­κου­μά­ δες, εἴ­χα­με πο­λύ κό­σμο, ἔρ­χον­ταν νά πά­ρουν τήν εὐ­χή του, ξέ­ρα­νε ὅ­τι θά φύ­ γη ἀ­πό κον­τά μας. Εἶ­χα κου­ρα­στεῖ, για­ τί ὅ­λη τήν νύ­χτα κά­να­με λου­κου­μά­δες. Ἤ­μουν καί πο­λύ στε­νο­χω­ρε­μέ­νη, πῆ­γα στό κελ­λί μου καί ξά­πλω­σα λί­γο νά ξε­ κου­ρα­στῶ. Ἦρ­θε μιά ἀ­δελ­φή καί μοῦ εἶ­πε: ― Πή­γαι­νε, σέ θέ­λει ὁ παπ­πού­λης. ― Μή­πως κά­νεις λά­θος; τῆς λέ­ω. ― Ὄ­χι, μοῦ λέ­ει, σέ ζη­τοῦ­σε καί χθές τό βρά­δυ καί ἡ Γε­ρόν­τισ­σα τοῦ εἶ­πε ὅ­τι φτειά­χνεις λου­κου­μά­δες. »Πο­νοῦ­σε πο­λύ καί δέν ἤ­θε­λα νά τόν κου­ρά­ζω. Πῆ­γα στό κελ­λά­κι πού ἔ­με­νε⋅ ἦ­ταν γο­να­τι­στός πά­νω στό κρεβ­βά­τι, μέ τά δύ­ο χέ­ρια του ἔ­πια­νε τήν κοι­λιά του. Ὅ­πως ἦ­ταν γο­να­τι­στός καί ἔ­πια­νε τήν κοι­λιά του, πολ­λές φο­ρές ἔ­γερ­νε τό σῶ­ μα του μπρο­στά καί ἔ­λε­γε: «Ἄχ! Μυ­ρο­φό­ρα, ἄχ! μω­ρέ, Μυ­ρο­φό­ ρα!». Πο­νοῦ­σε πά­ρα πο­λύ. Στε­νο­χω­ρι­ό­μουν πο­λύ ἔ­τσι πού τόν ἔ­βλε­πα, δέν μπο­ροῦ­σα νά τοῦ πῶ τί­πο­ τα, κα­θό­μουν καί δέν μι­λοῦ­σα τί­πο­τα. «Για­τί εἶ­σαι ἔ­τσι, μω­ρέ;» μοῦ λέ­ει. Καί ἄρ­χι­σε νά μοῦ λέ­η ὅ­,τι εἶ­χα μέ­σα μου. Μέ ρω­τά­ει:
  16. 16. 16 ― Ἀδελφή Μυ­ρο­φό­ρα, ψάλ­λεις; ― Δέν μπο­ρῶ παπ­πού­λη, τοῦ λέ­ω. Δέν μπο­ρῶ νά ψάλ­λω στήν ἐκ­κλη­σί­α. ― Νά ψάλ­λης, μοῦ λέ­ει. »Στε­νο­χω­ρι­ό­μουν πού νευ­ρί­α­ζα εὔ­ κο­λα. Χω­ρίς νά τοῦ τό πῶ, μοῦ λέ­ει: ― Βρέ, Μυ­ρο­φό­ρα, ἐ­σύ εἶ­σαι ἀρ­νά­κι, για­τί με­ρι­κές φο­ρές γί­νε­σαι κα­τσι­κά­κι; Μή­πως πρέ­πει νά πᾶς σέ κα­νέ­να για­τρό; Μή­πως κάτι ἔ­χεις μέ τήν ὑ­γεί­α σου; »Με­τά πού πῆ­γα στούς για­τρούς, πράγ­μα­τι κά­τι εἶ­χα μέ τίς ὁρ­μό­νες. »Ἔ­κα­να λο­γι­σμούς, ὅ­τι δέν θά σω­θῶ καί χω­ρίς νά τοῦ τό πῶ, μοῦ λέ­ει: «Τί στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, μω­ρέ; ἐ­κεῖ πού θά πά­ω ἐ­γώ, ὅ­ταν φύ­γω ἀ­πό αὐ­τή τή ζω­ή, θά σέ πά­ρω καί ἐ­σέ­να. Ἐ­σύ μό­νο τήν φω­ το­γρα­φί­α ἀ­πό τό δι­α­βα­τή­ριο νά βγά­λης. Για­τί εἶ­σαι ἔ­τσι μέ­σα σου; τί νά σοῦ κά­ νω ἐ­γώ; τί θά σοῦ δώ­ση χα­ρά; ὅ­τι μοῦ ζη­τή­σης θά τό κά­νω». »Συ­νε­χῶς ἔ­πια­νε τήν κοι­λιά του καί ἔ­λε­γε: «Ἄχ! Μυ­ρο­φό­ρα, ἄχ! μω­ρέ, Μυ­ρο­φό­ ρα!». Γιά νά κά­νη ἔ­τσι ὁ παπ­πού­λης μπρο­ στά μου, φαν­τα­στεῖ­τε πό­σο πο­νοῦ­σε. ― Τί θά σοῦ δώ­ση χα­ρά; πές μου, μοῦ ἔ­λε­γε. ― Νά μεί­νε­τε ἐ­δῶ, τοῦ λέ­ω, αὐ­τό θέ­ λω. ― Κα­λά, μοῦ λέ­ει. Θά πά­ω νά πά­ρω καί τά ὑ­πό­λοι­πα πράγ­μα­τά μου καί θά ἔρ­θω, θά μέ γη­ρο­κο­μή­σης ἐ­σύ; ― Ναί, τοῦ λέ­ω. ― Θά μοῦ κά­νης καί τόν κα­νό­να μου; ― Ναί, τοῦ λέ­ω. ― Κα­λά, μοῦ λέ­ει, θά ἔρ­θω. »Ἔ­ξω πε­ρί­με­νε μί­α κυ­ρί­α. Ὅ­ταν ση­ κώ­θη­κα νά φύ­γω: «Φέ­ρε μιά καί μι­σή ἀ­σπι­ρί­νη, Μυ­ρο­φό­ρα, νά πά­ρω, νά δῶ αὐ­τήν τήν κυ­ρί­α πού πε­ρι­μέ­νει». Τοῦ πῆ­γα δύ­ο ἀ­σπι­ρί­νες, πῆ­ρε μι­ά­μι­συ καί τήν ἄλ­λη μι­σή μοῦ τήν ἔ­δω­σε. «Πάρ­την ἐ­σύ», μοῦ λέ­ει. Τό­σο πό­νο καί προ­σπα­ θοῦ­σε μέ τίς ἀ­σπι­ρί­νες νά ἀ­να­κου­φι­στῆ. »Με­τά ἀ­πό λί­γες μέ­ρες, πῆ­γε ἡ Γε­ ρόν­τισ­σα νά τόν δῆ, πῆ­ρε καί ἐ­μέ­να μα­ζί της. Ὁ παπ­πού­λης ἦ­ταν στό κρεβ­βά­τι, δέν μπο­ροῦ­σε νά ση­κω­θῆ, τό πρό­σω­πό του ἦ­ταν κα­τα­κί­τρι­νο. Μπῆ­κε ἡ Γε­ρόν­ τισ­σα. Ἐ­γώ δέν ἤ­θε­λα νά τόν κου­ρά­ζω. Μό­λις μπῆ­κα, τοῦ εἶ­πα: ― Τήν εὐ­χή σας νά πά­ρω παπ­πού­λη, πο­νᾶ­τε πο­λύ. ― Κά­θη­σε, μοῦ λέ­ει. ― Μό­νο τήν εὐ­χή σας θέ­λω, τοῦ λέ­ω, καί νά φύ­γω. »Μοῦ ἔ­δει­ξε ἕ­να σκα­μνά­κι πού ἦ­ταν δί­πλα στό κρεβ­βά­τι καί μοῦ λέ­ει, κά­θη­ σε. Κά­θη­σα, δέν μι­λοῦ­σα κα­θό­λου, προ­ σπα­θοῦ­σα νά μήν κλά­ψω. Μέ ρώ­τη­σε: ― Τί εἰ­κό­να κά­νεις τώ­ρα, Μυ­ρο­φό­ ρα; ― Τόν ἅ­γιο Κων­σταν­τί­νο καί τήν ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη, τοῦ λέ­ω. »Ὅ­σο ἔ­φτεια­χνα τήν ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη εἶ­ χα λο­γι­σμούς, ὅ­τι τήν ἔ­κα­να πο­λύ νέ­α, προ­σπα­θοῦ­σα νά βά­λω κά­τι πα­ρι­ές πού βά­ζου­με στά γέ­ρι­κα πρό­σω­πα τῶν Ἁ­γί­ ων δέν ἔ­δει­χνε γέ­ρι­κο τό πρό­σω­πό της. ― Νά, Μυ­ρο­φό­ρα, μοῦ λέ­ει, με­ρι­κοί ἁ­γι­ο­γρά­φοι τήν ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη τήν κά­νουν νέ­α καί φαί­νε­ται σάν ἀ­δελ­φή τοῦ ἁ­γί­ου Κων­σταν­τί­νου καί ὄ­χι σάν μη­τέ­ρα του. Μοῦ εἶ­πε καί με­ρι­κά ἄλ­λα, με­τά ἐ­γώ ση­ κώ­θη­κα δέν κρα­τή­θη­κα ἄλ­λο, ἄρ­χι­σα νά κλαί­ω. Πῆ­ρα τήν εὐ­χή του, μοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να ἑ­κα­το­στά­ρι κομ­πο­σχοί­νι πού κρα­τοῦ­σε καί ἔ­φυ­γα. Τόν εὐ­χα­ρι­στῶ γιά ὅ­λα καί ζη­τῶ τίς πρε­σβεῖ­ες Του».
  17. 17. 17 Ὁ ὅσιος Παΐσιος καί οἱ μαθητές τῆς Ἀθωνιάδος Δι­ή­γη­σηἈρ­χιμ. Νι­κο­δή­μου Καν­σί­ζο­γλου α΄. «Ἔ­γρα­ψα τίς πα­ρα­κά­τω σει­ρές κά­ νον­τας ὑ­πα­κο­ή σέ σε­βα­στούς πνευ­μα­τι­ κούς πα­τέ­ρες, ἀλ­λά κυ­ρί­ως ὡς ὀ­φει­λό­με­ νη εὐ­χα­ρι­στί­α πρός τό πρό­σω­πο τοῦ ὁ­σί­ ου Πα­ϊ­σί­ου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του, πού κα­τά τά χρό­νια τῆς φοι­τή­σε­ώς μας στήν ἐν Ἁ­γί­ῳ Ὄ­ρει ἱ­στο­ρι­κή Ἀ­θω­νιά­δα Ἐκ­κλη­σι­α­στι­ κή Ἀ­κα­δη­μί­α στά­θη­κε μέ τόν τρό­πο του ἕ­νας ἀ­πό τούς βα­σι­κούς πα­ρά­γον­τες πού στή­ρι­ζαν τήν πνευ­μα­τι­κή πο­ρεί­α τῶν μα­θη­τῶν τῆς Σχο­λῆς μας. Δέν κα­τα­γρά­φω εἰ­δι­κά δι­κές μου προ­σω­πι­κές μνῆ­μες καί ἐμ­πει­ρί­ες. Καί τοῦ­το, δι­ό­τι οἱ εἰ­δι­κά προ­σω­πι­κές ἀ­να­ μνή­σεις δέν εἶ­ναι πάν­το­τε δη­μο­σι­εύ­σι­ μες καί ἐ­πι­πλέ­ον, δι­ό­τι αἰ­σθά­νο­μαι καί κά­ποι­α ἐ­νο­χή πού ὁ ἴ­διος δέν ἀ­ξι­ο­ποί­η­ σα ὅ­πως θά ἤ­θε­λε ὁ κα­λός Θε­ός μας, τήν εὐ­λο­γί­α νά βρι­σκώ­μα­στε ὡς μα­θη­τές τῆς Σχο­λῆς κον­τά σέ αὐ­τόν τόν με­γά­λο Ἅ­γιο τῆς ἐ­πο­χῆς μας. Ὡ­στό­σο, θά προ­σπα­θή­σω νά ἀ­πο­τυ­πώ­σω με­ρι­κές πτυ­χές τῆς πνευ­ μα­τι­κῆς βο­ή­θειας πού εἶ­χαν οἱ μα­θη­τές τῆς Σχο­λῆς μας σχε­δόν μέ­χρι καί τήν κοί­ μη­ση τοῦ Ὁ­σί­ου, τό 1994. Εἶ­μαι σχε­δόν σί­γου­ρος ὅ­τι ὅ­σα θά ἀ­κο­λου­θή­σουν, θά συμ­φω­νοῦ­σαν νά τά ὑ­πο­γρά­ψουν πλεῖ­ στοι ὅ­σοι ἄλ­λοι συμ­μα­θη­τές μου πού φοί­τη­σαν στή Σχο­λή γιά πε­ρισ­σό­τε­ρα χρό­νια, δη­λα­δή Γυ­μνά­σιο καί Λύ­κει­ο (ἐ­νῶ ἐ­γώ φοί­τη­σα πρός τό τέ­λος τοῦ Λυ­ κεί­ου) καί ὅ­λοι οἱ ἀ­νά τίς τε­λευ­ταῖ­ες δε­ κα­ε­τί­ες ὁ­μο­γά­λα­κτοι συ­σπου­δα­στές μου, στήν ἀ­γα­πη­μέ­νη πνευ­μα­τι­κή μας τρο­φό τήν Ἀ­θω­νιά­δα Σχο­λή. β΄. »Γρά­φτη­κα στήν Ἀ­θω­νιά­δα Σχο­λή τή σχο­λι­κή χρο­νιά 1987–1988. Ὅ­ταν βρέ­ θη­κα γιά πρώ­τη φο­ρά στό πε­ρι­βάλ­λον τῆς Σχο­λῆς, πί­στε­ψα πραγ­μα­τι­κά πώς ἡ Ἀ­θω­νιά­δα εἶ­ναι τό κα­λύ­τε­ρο σχο­λεῖ­ο σέ ὁ­λό­κλη­ρο τόν κό­σμο. Πε­ποί­θη­ση πού δι­α­τη­ρῶ μέ­χρι σή­ με­ρα, γιά τά χρό­νια βέ­βαι­α ἐ­κεί­νου τοῦ και­ροῦ. Τήν ἄ­πο­ψη, πε­ποί­θη­ση αὐ­ τή συ­νύ­φα­ναν πολ­λοί πα­ρά­γον­τες. Ἐν πρώ­τοις τό χι­λι­ο­ευ­λο­γη­μέ­νο ἁ­γι­ο­ρεί­ τι­κο πε­ρι­βάλ­λον (δέν χορ­ταί­νω νά λέ­ω αὐ­τές τίς λέ­ξεις τίς γλυ­κύ­τε­ρες «ὑ­πὲρ μέ­λι καὶ κη­ρί­ον»), τό Πε­ρι­βό­λι τῆς Πα­ να­γί­ας, στήν καρ­διά τοῦ ὁ­ποί­ου ὡ­σάν μι­ κρή ζε­στή φω­λί­τσα νε­οσ­σῶν ἐ­πή­γνυ­το ἡ πο­λυ­α­γα­πη­μέ­νη μας Σχο­λή. Κα­τό­πιν ὁ σο­φό­τα­τος, δι­α­κρι­τι­κός καί κα­λο­γε­ρι­ κό­τα­τος Σχο­λάρ­χης μας, ὁ Ἐ­πί­σκο­πος Ρο­δο­στό­λου Χρυ­σό­στο­μος, οἱ κα­λοί μας κα­θη­γη­τές, οἱ ἱ­ε­ρο­μό­να­χοι Νι­κη­φό­ρος, Ἀ­βρα­άμ, Με­λέ­τιος, Νε­κτά­ριος, Πα­ΐ­σιος (ὁ ἐγ­γύ­τε­ρος μα­θη­τής τοῦ ὁ­σί­ου Πα­ϊ­σί­ ου), ὁ μο­να­χός Νι­κό­δη­μος, ὁ χα­ρι­σμα­ τοῦ­χος μου­σι­κός καί ἁ­γι­ο­γρά­φος γέ­ρων Με­λέ­τιος Συ­κε­ώ­της καί οἱ εὐ­λα­βεῖς λα­
  18. 18. 18 ϊ­κοί κα­θη­γη­τές φι­λό­λο­γοι Β. Βε­νε­τά­κης καί Θ. Τσι­ρώ­νης. Σο­βα­ρό­τα­τη πα­ρου­σί­α πνευ­μα­τι­κῆς ἐγ­γύ­η­σης τῆς πο­ρεί­ας μας, ὁ Πνευ­μα­τι­κός μας ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Ἰ­σα­άκ, πού δι­ο­ρί­στη­κε ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρά Κοι­νό­τη­τα ὡς Πνευ­μα­τι­κός τῆς Σχο­λῆς μας. γ΄. »Θυ­μᾶ­μαι, λοι­πόν, πώς ὅ­ταν πρω­το­ πῆ­γα στή Σχο­λή (ἕ­ως τό­τε δέν εἶ­χα ἀ­κού­ σει κἄν τό ὄ­νο­μα τοῦ Γέ­ρον­τος καί νῦν ὁ­σί­ου Πα­ϊ­σί­ου), ὅ­λοι οἱ συμ­μα­θη­τές μου πο­λύ συ­χνά ἀ­να­φέ­ρον­ταν στό πρό­σω­πο τοῦ γέ­ρον­τος Πα­ϊ­σί­ου: «Τό Σαβ­βα­το­κύ­ ρια­κο θά πᾶ­με στόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο τόν ἀ­σκη­τή», «Θέ­λω νά ζη­τή­σω εὐ­λο­γί­α ἀ­πό τόν ἅ­γιο Σχο­λάρ­χη νά πά­ω στόν γέ­ρον­ τα Πα­ΐ­σιο», «Ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος εἶ­πε αὐ­τό, ἐ­κεῖ­νο, τό ἄλ­λο...». Τά παι­ διά στά σχο­λεῖ­α στόν κό­σμο, πε­ρί­ με­ναν τό Σαβ­βα­ το­κύ­ρια­κο γιά νά «τό ρί­ξουν ἔ­ξω», νά δι­α­σκε­δά­σουν στά μα­γα­ζιά μέ τά ἠ­λε­κτρο­νι­κά παι­ χνί­δια, στίς κα­ φε­τέ­ρι­ες καί στίς ντι­σκο­τέκ ἐ­κεί­ νου τοῦ και­ροῦ, ἐ­νῶ οἱ συμ­μα­θη­ τέςμουπε­ρί­με­ναν τήν Πα­ρα­σκευ­ή με­τά τά μα­θή­ μα­τα νά τρέ­ξουν στόν Γέ­ρον­τα καί νά μή στα­μα­τοῦν νά ἀ­νε­βο­κα­τε­βαί­ νουν γιά ὅ­λο τό τρι­ή­με­ρο (ΠΣΚ ὅ­πως λέ­νε σή­με­ ρα)στόνἐ­λεύ­θε­ρό τους χρό­νο στήν «Πα­να­γού­δα». Ἡ «Πα­να­γού­ δα» τοῦ γέ­ρον­ τος Πα­ϊ­σί­ου εἶ­χε γί­νει γιά χρό­νια πολ­λά ἡ δεύ­τε­ρη ζε­στή, ζε­στό­τε­ρη φω­λί­τσα γιά τούς συμ­μα­θη­τές μου, ἀ­πό τούς μι­κρούς τῆς Α΄ Γυ­μνα­σί­ου μέ­χρι καί τούς με­γα­ λύ­τε­ρους τῆς Γ΄ Λυ­κεί­ου. Πά­ρα πολ­λοί ἀ­πό τούς μα­θη­τές τῆς Σχο­λῆς μας προ­ερ­χό­μα­σταν ἀ­πό φτω­χές, πο­λύ­τε­κνες, ὑ­περ­πο­λύ­τε­κνες, ὀρ­φα­νές ἤ
  19. 19. 19 καί μέ ἄλ­λα ποι­κί­λα προ­βλή­μα­τα οἰ­κο­γέ­ νει­ες. Ἴ­σως δέν θά ἀ­στο­χοῦ­σα, ἄν ἔ­λε­γα «φτω­χά κυ­νη­γη­μέ­να που­λά­κια» ἀ­πό τό πο­λύ­βου­ο, σκλη­ρό, ἄ­δι­κο καί δί­χως ὑ­γι­ῆ πνευ­μα­τι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό κό­σμο. «Εὐ­λο­γη­τὸς Κύ­ριος, ὅς οὐκ ἔ­δω­κεν ἡ­μᾶς εἰς θή­ραν τοῖς ὀ­δοῦ­σιν αὐ­τῶν». Ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος γιά αὐ­τά τά φο­ βι­σμέ­να που­λά­κια πῆ­ρε τό ρό­λο πα­τέ­ρα, μη­τέ­ρας, ὁ­δη­γοῦ, συμ­πα­ρα­στά­τη. Στά­ θη­κε τό στι­βα­ρό στή­ριγ­μα γιά πά­ρα πολ­ λούς ἀ­πό ἐ­μᾶς πού τό θέ­λα­με. Τά πα­ρα­ πά­νω τά κα­τα­λα­βαί­νουν μέ συ­ναί­σθη­ση ὅ­σοι ἔ­μει­ναν γιά λι­γό­τε­ρο ἤ πε­ρισ­σό­τε­ρο δί­χως πα­τρι­κή ἀ­σφά­λεια, δί­χως μη­τρι­ κή στορ­γή, δί­χως πνευ­μα­τι­κό στή­ριγ­μα. Τό­τε βλέ­πα­με τούς γο­νεῖς μας Χρι­στού­ γεν­να, Πά­σχα καί κα­λο­καί­ρι. Με­ρι­κοί οὔ­τε καί τό­τε, δι­ό­τι ἦ­ταν ἑλ­λη­νό­που­λα ἀ­πό τήν Αὐ­στρα­λί­α, τή Γερ­μα­νί­α καί ἀ­πό μι­κρά καί φτω­χά ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­να ἑλ­λη­ νι­κά νη­σιά. Πολ­λοί στά σπί­τια τους δέν εἶ­χαν καί τη­λέ­φω­νο. Τά κα­ρα­βά­κια τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους ἔμ­παι­ναν καί ἔ­βγαι­ναν μό­ νο μί­α φο­ρά τή μέ­ρα καί ἡ θά­λασ­σα συ­ χνά ἄ­γρια. Οἱ μα­θη­τές τῆς Ἀ­θω­νιά­δος ὁ­σά­κις τά σκέ­πτον­ται, τά ὑ­πο­γρά­φουν μέ δά­κρυ­α συγ­κί­νη­σης καί εὐ­γνω­μο­σύ­νης. Σέ φτω­ χούς συμ­μα­θη­τές μας, ὁ Γέ­ρον­τας ἔ­δι­νε ὅ,τι εἶ­χε: χρή­μα­τα, πα­πού­τσια, ροῦ­χα, γλυ­κά. Τό­τε μᾶς λεί­πα­νε καί τά ἐ­κτι­μού­σα­ με. Ἐ­κτι­μού­σα­με μί­α φα­νέλ­λα ἄς ἦ­ταν καί με­γα­λύ­τε­ρη στό νού­με­ρο, ἕ­να ζευ­ γά­ρι πα­πού­τσια ἄς ἦ­ταν κα­λο­γε­ρι­κά, μιά ζα­κέ­τα ἄς ἦ­ταν μαύ­ρη, ἕ­να σο­κο­λα­τά­κι κι ἄς ἦ­ταν λυ­ω­μέ­νο ἀ­πό τόν ἥ­λιο. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μᾶς χρει­α­ζό­ταν ἀ­γά­πη, στορ­γή, ἀ­σφά­λεια, προ­σα­να­το­λι­σμός καί Μέ προσκυνητές στήν Παναγούδα.
  20. 20. 20 ἐ­νῶ βέ­βαι­α χρει­α­ζό­μα­σταν καί πα­πού­ τσια καί ροῦ­χα καί κά­να γλυ­κό πού μᾶς ἐ­φο­δί­α­ζε ὁ ἅ­γιος Γέ­ρον­τας, μέ­σα ἀ­πό αὐ­ τά θη­λά­ζα­με τήν πνευ­μα­τι­κή του ἀ­γά­πη καί τή βα­θύ­τα­τη δί­ψα νά ἔ­χου­με ἄν­θρω­ πο νά μᾶς δεί­χνη τό δρό­μο στό λα­βύ­ριν­θο τῆς ζω­ῆς πού ἀ­δυ­σώ­πη­τα πρό­βα­λε μπρο­ στά μας. δ’. »Κά­ποι­α φο­ρά, πού τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­κα, μοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να με­γά­λο κου­τί πέν­τε κι­λῶν στα­φί­δες γιά νά τίς μοι­ρά­σω στούς συμ­ μα­θη­τές μου στή Σχο­λή. Αὐ­τός, γιά νά ἔ­τρω­γε αὐ­τές τίς στα­φί­δες θά ἤ­θε­λε δέ­κα χρό­νια. Στά ση­με­ρι­νά παι­διά αὐ­τό δέν εἶ­ναι κά­τι σπου­δαῖ­ο. Εἴ­μα­στε ἀ­κό­μη (...) σέ πε­ρί­ο­δο πλη­σμο­νῆς καί πλη­θω­ρι­σμοῦ σέ ὅ­λα καί δέν μπο­ροῦ­με νά ἐ­κτι­μή­σου­με τά μι­κρά καί τα­πει­νά, πού ὅ­μως κρύ­βουν μέ­σα τους ὑ­γεί­α ψυ­χῆς καί σώ­μα­τος. Φυ­σι­κά, δέν ἦ­ταν τό­τε οἱ στα­φί­δες πού μᾶς ἔ­κα­ναν εὐ­τυ­χι­σμέ­νους, ἀλ­λά ἡ σκέ­ ψη πώς ἕ­νας ἅ­γιος ἄν­θρω­πος τοῦ Θε­οῦ μᾶς σκέ­πτε­ται, μᾶς ἀ­γα­πά­ει, τόν ἔ­χου­με δί­πλα μας νά μᾶς εὔ­χε­ται καί νά μᾶς χαι­ ρε­τά­η στέλ­νον­τας τό μή­νυ­μά του ἀ­κό­μη καί μέ λί­γες στα­φί­δες. Ἄλ­λη φο­ρά, ἦρ­ θε ἕ­νας προ­σκυ­νη­τής στή Σχο­λή καί μέ ἔ­ψα­ξε. Ἔ­φευ­γε ἀ­πό τήν «Πα­να­γού­δα» καί τόν ἔ­στει­λε ὁ Γέ­ρον­τας. Ὅ­ταν πῆ­γα, μοῦ ἔ­δω­σε μί­α τε­ρά­στια σακ­κού­λα, λέ­γον­τάς μου πώς τήν στέλ­ νει ὁ γέ­ρων Πα­ΐ­σιος γιά μέ­να. Τήν ἄ­νοι­ξα καί εἶ­χε μέ­σα ἕ­να ση­μεί­ω­μα πι­α­σμέ­νο μέ μί­α χον­τρή πα­ρα­μά­να πού ἔ­γρα­φε: «Μέ αὐ­τά νά οἰ­κο­νο­μή­σης τά παι­διά» καί ἀ­πό κά­τω τήν ὑ­πο­γρα­φή του: «Μο­να­χός Πα­ ΐ­σιος». Ἡ σακ­κού­λα εἶ­χε σο­κο­λά­τες, πα­στέ­ λια, λου­κού­μια, κα­ρα­μέλ­λες, δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα γλυ­κί­σμα­τα. Τά μοί­ρα­σα στούς συμ­μα­θη­τές μου, ὅ­πως μοῦ ἔ­γρα­ψε, κι ἐ­γώ κρά­τη­σα τό κα­λύ­τε­ρο ἀ­πό ὅ­λα πού τό δι­α­τη­ρῶ ἕ­ως σή­με­ρα, τό χαρ­τά­κι μέ τό ση­μεί­ω­μα καί τήν ὑ­πο­γρα­φή του! Ὅ­ποι­ ος δι­α­βά­ζει αὐ­τά, σί­γου­ρα κα­τα­λα­βαί­νει πώς ἡ γλύ­κα δέν προ­έρ­χον­ταν ἀ­πό τίς σο­κο­λά­τες καί τά λου­κού­μια, ἀλ­λά ἀ­πό τή γλυ­κιά ἀ­γά­πη τοῦ ἁ­γί­ου Γέ­ρον­τος, πού τό­σο πο­λύ εἴ­χα­με ἀ­νάγ­κη ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό καί συ­νε­χί­ζου­με, ἄν καί με­γα­ λώ­σα­με πιά, νά ἔ­χου­με καί τώ­ρα... Μιά φο­ρά, πού τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­κα, μι­λοῦ­σε μέ ἕ­ναν κύ­ριο γύ­ρω στά 50 χρο­νῶν. Ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή τόν ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σε. Ἐ­κεῖ­νος ὁ κύ­ριος φεύ­γον­τας, τοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να ὀγ­ κῶ­δες κου­τί. Ὅ­ταν ἔ­φυ­γε, μοῦ λέ­ει: «Τόν ξέ­ρεις αὐ­τόν;», λέ­ω: «Ὄ­χι, Γέ­ ρον­τα». «Εἶ­ναι ὁ τρα­γου­δι­στής Γ. Κοι­ νού­σης». Ἐ­γώ τόν εἶ­χα λί­γο ἀ­κου­στά, σάν ὄ­νο­μα μο­νά­χα. Λέ­ει ὁ Γέ­ρον­τας, δεί­ χνον­τας τό κου­τί καί γε­λών­τας παι­δι­κά, ξε­καρ­δι­στι­κά καί πα­νέ­μορ­φα: «Μοῦ ἔ­φε­ρε δῶ­ρο αὐ­τό τό ρα­δι­ο­κασ­ σε­τό­φω­νο· νά τό πά­ρε­τε στή Σχο­λή γιά νά ἀ­κοῦ­τε μό­νο Βυ­ζαν­τι­νή μου­σι­κή». Θυ­μᾶ­μαι, τό­νι­σε: «Μό­νο Βυ­ζαν­τι­νή μου­σι­κή». Ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν γιά τά πάν­τα πού ἀ­φο­ ροῦ­σαν στήν δι­α­παι­δα­γώ­γη­σή μας καί στήν προ­φύ­λα­ξή μας ἀ­πό ὕ­που­λους κιν­ δύ­νους. ε΄. »»Ἅ­γι­ε Σχο­λάρ­χα, ἔ­χω εὐ­λο­γί­α νά πά­ω στόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο τόν ἀ­σκη­τή;». Ὅ­πως εἴ­πα­με καί πα­ρα­πά­νω, ἀ­πό Πα­ρα­ σκευ­ή ἀ­πό­γευ­μα μέ­χρι Κυ­ρια­κή τό με­ ση­μέ­ρι, αὐ­τή ἡ αἴ­τη­ση ἀ­κου­γό­ταν στούς δι­α­δρό­μους τῆς Σχο­λῆς, ὅ­που μπο­ροῦ­σε κα­νείς νά συ­ναν­τή­ση τόν κα­λό μας Σχο­ λάρ­χη. Τό­τε γιά θέρ­μαν­ση στή Σχο­λή καί­γα­με κά­τι τε­ρά­στιους κορ­μούς καυ­ σό­ξυ­λα πού ἦ­ταν στι­βαγ­μέ­νοι 50 μέ­τρα ἔ­ξω ἀ­πό τή Σχο­λή καί ἀ­πό ἐ­κεῖ ἔ­πρε­πε νά με­τα­φερ­θοῦν στούς λέ­βη­τες στό ὑ­πό­ γει­ο. Ὁ Σχο­λάρ­χης γιά νά μᾶς ἐκ­παι­δεύ­ση σω­μα­τι­κά καί πνευ­μα­τι­κά, ἔ­λε­γε: «Ἔ­χει εὐ­λο­γί­α, ἀλ­λά ἀ­φοῦ κου­βα­λή­σης τρί­α κα­ρό­τσια ξύ­λα στούς λέ­βη­τες». Θυ­μᾶ­μαι, μέ πό­ση προ­θυ­μί­α ἔ­σπευ­ δαν,σχε­δόνπε­τοῦ­σαντάπαι­διάνάκου­βα­
  21. 21. 21 λή­σουν τά ξύ­λα γιά νά «πε­τά­ξουν» στήν «Πα­να­γού­δα», στό Κελ­λί τοῦ Γέ­ρον­τος, νά πά­ρουν τήν εὐ­χή καί νά ἀ­κού­σουν τά γλυ­κύ­τα­τα λό­για του, τά ἁ­γνό­τα­τα καί δι­δα­κτι­κά ἀ­στεῖ­α του καί νά με­τα­λά­βουν τήν πο­λύ­τι­μη ἀ­γά­πη του. ς΄. »Πό­σες φο­ρές, ἄλ­ λο­τε μέ χι­ό­νια καί μέ βρο­χές, ἄλ­λο­τε μέ γλυ­κό και­ρό ἤ μέ ἥ­λιο καυ­τε­ρό, τά συ­ χνά τρύ­πια πα­πού­ τσια τῶν μα­θη­τῶν τῆς Σχο­λῆς δέν ὄρ­γω­ ναν καί ἴ­σια­ζαν ἐ­κεῖ­ νο τό μο­νο­πά­τι πού ὁ­δη­γοῦ­σε στήν «Πα­ να­γού­δα» τοῦ γέ­ρον­ τος Πα­ϊ­σί­ου, γιά νά φθά­σουν ἐ­κεῖ καί νά σπεί­ρη στίς νε­α­νι­κές τους ψυ­χές ὁ ὅ­σιος ἀ­σκη­τής τό πνευ­μα­ τι­κό σι­τά­ρι πού θά γι­νό­ταν κα­τό­πιν γιά μᾶς ὁ πνευ­μα­τι­κός ἄρ­τος τῆς ζω­ῆς μας. Εἶ­δα συμ­μα­θη­τές μου χα­ρού­με­νους νά τρέ­χουν νά τοῦ ποῦν κά­τι χα­ρού­με­νο πού τούς συ­νέ­βη. Σέποι­όννάτόἔ­λε­ γαν κα­λύ­τε­ρα; Τό ἴ­δ- ιο ἔ­κα­να κι ἐ­γώ ὅ­ταν πέ­ρα­σα στή Θε­ο­λο­ γι­κή Σχο­λή. Ἔ­τρε­ξα –ἄν καί σου­ρού­πω­νε ἤ­δη– νά τό πῶ στόν Γέ­ρον­τα. Ἤ­θε­λα νά εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος πού θά τό μά­θαι­νε. Θυ­ μᾶ­μαι, πώς μέ φί­λη­σε πολ­λές φο­ρές καί μοῦ εἶ­πε: «Εἶ­ναι τό πρῶ­το εὐ­χά­ρι­στο πράγ­μα πού ἄ­κου­σα σή­με­ρα». Εἶ­δα ὅ­μως καί συμ­μα­θη­τές μου μέ δά­κρυ­α στά μά­ τια νά τρέ­χουν νά τοῦ ποῦν γιά κά­ποι­α στε­νο­χώ­ρια τους, κά­ποι­ο πει­ρα­σμό τους, κά­ποι­ο φό­βο τους, κά­ποι­α δο­κι­μα­σί­α τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς τους. Ὅ­λοι φεύ­γαν ἀ­να­πτε­ ρω­μέ­νοι, γε­μά­τοι ἐλ­πί­δα καί σι­γου­ριά. Κά­πο­τε, ἤ­μουν στε­νο­χω­ρη­μέ­νος μέ τόν ἑ­αυ­τό μου, ἔ­νοι­ω­θα πώς δέν προ­ο­δεύ­ω στά πνευ­μα­τι­κά, πώς εἶ­μαι ἕ­νας ἄ­χρη­ στος πού δέν μπο­ρῶ νά κα­τα­φέ­ρω κά­τι κα­λό. Πῆ­γα καί τοῦ τά εἶ­πα. Ἔ­τυ­χε νά μήν ἔ­χη κα­νέ­ναν ἐ­πι­σκέ­ πτη. Μέ πῆ­ρε πο­λύ κον­τά του καί μοῦ εἶ­ πε: «Μή στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, τώ­ρα πρέ­πει νά ἀρ­χί­ζης νά βγά­ζης φτε­ρά».
  22. 22. 22 Οὔ­τε πολ­λά κη­ρύγ­μα­τα, οὔ­τε πα­ρα­ χα­ϊ­δεύ­μα­τα, οὔ­τε ψυ­χα­νά­λυ­ση, ὅ­πως δη­λα­δή κά­νου­με σή­με­ρα οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι Πνευ­μα­τι­κοί, ἀλ­λά πέν­τε λέ­ξεις πού γέ­ μι­σαν τήν ψυ­χή μου. Ἔ­τυ­χε στ᾿ ἀ­λή­θεια νά δοῦ­με καί θαύ­ μα­τα κον­τά του. Ὅ­μως, ἐ­πει­δή σκο­πός τῶν ὅ­σων γρά­φου­με ἐ­δῶ δέν εἶ­ναι νά δεί­ ξου­με ὅ­τι ὁ Γέ­ρον­τας ἦ­ταν θαυ­μα­τουρ­ γός –αὐ­τό ἔ­χει φα­νῆ ἀ­πό ἀ­να­ρίθ­μη­το πλῆ­θος μαρ­τυ­ρι­ῶν πού δη­μο­σι­εύ­τη­καν σέ πολ­λά βι­βλί­α– δέν θά ἀ­να­φερ­θοῦ­με σέ θαύ­μα­τα πού εἴ­δα­με στήν αὐ­λή τῆς Κα­λύ­βης του, σέ θαύ­μα­τα πού ἔ­κα­νε σέ συμ­μα­θη­τές μας πού δι­έ­τρε­ξαν θα­νά­ σι­μες πε­ρι­στά­σεις, σέ θαύ­μα­τα πού δέν ἔ­παυ­σαν νά δι­η­γοῦν­ται ὅ­σοι πο­νε­μέ­νοι ζή­τη­σαν τή βο­ή­θειά του. Ἄλ­λω­στε, τό με­γά­λο θαῦ­μα γιά μᾶς ἦ­ταν τό­τε καί πι­στεύ­ου­με πώς καί σή­με­ ρα εἶ­ναι γιά τόν κό­σμο μας, ἰ­δι­αί­τε­ρα γιά τίς εὐ­αί­σθη­τες νε­α­νι­κές ψυ­χές, ὁ στη­ριγ­ μός τῶν ψυ­χῶν μας στήν πί­στη, ἡ ἐλ­πί­δα γιά τή ζω­ή, ἡ ἔμ­πνευ­ση γιά ἀ­γά­πη πρός τόν Χρι­στό καί τήν Ἐκ­κλη­σί­α μας. Τό με­γά­λο θαῦ­μα πού ζοῦ­σαν οἱ μα­θη­τές τῆς Ἀ­θω­νιά­δος Σχο­λῆς ἦ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ Γέ­ρον­ τας πού τούς ἔ­δει­ξε καί δί­δα­ξε τόν κα­λό μο­να­χό, τόν εὐ­λα­βή κλη­ρι­κό, τόν θε­ο­ φο­βού­με­νο λα­ϊ­κό, τόν ἐν παν­τί ἄν­θρω­ πο τοῦ Θε­οῦ. Τό με­γά­λο θαῦ­μα γιά ἐ­μᾶς τούς φτω­χούς μα­θη­τές τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς μας Σχο­λῆς, ὑ­πῆρ­ξε ἡ ἀ­γα­θή ἐ­πί­δρα­ση τοῦ ὁ­σί­ου Πα­ϊ­σί­ου στή ζω­ή μας μέ­χρι καί σή­με­ρα. Ἕ­να θαῦ­μα δι­αρ­κεί­ας, πού ἀ­πό μό­νο του θά ἄ­ξι­ζε νά ἀ­πο­τε­λέ­ση καί τόν λό­γο τῆς ἀ­να­γνώ­ρι­σής του ὡς με­γά­λου Ἁ­γί­ου τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Τά με­γά­λα θαύ­μα­τα τῶν Ἁ­γί­ων εἶ­ναι ἡ πνευ­μα­τι­κή γέν­νη­ση εὐ­λα­βῶν κλη­ρι­κῶν, ἁ­γι­α­σμέ­ νων μο­να­χῶν, εὐ­σε­βῶν οἰ­κο­γε­νεια­ρχῶν. Με­τά ἔρ­χον­ται οἱ προ­φη­τεῖ­ες, οἱ θε­ρα­πεῖ­ ες καί τά λοι­πά ση­μεῖ­α. ζ΄. »Δέν μπο­ρῶ νά ἀν­τι­στα­θῶ σέ μί­α ἐ­σω­τε­ρι­κή πα­ρόρ­μη­ση πού ἔ­χω τώ­ρα, νά ἀ­να­φερ­θῶ γιά λί­γο στά χρό­νια πού ἀ­κο­ λού­θη­σαν γιά τή Σχο­λή καί πιό συγ­κε­ κρι­μέ­να 15 χρό­νια με­τά τήν κοί­μη­ση τοῦ γέ­ρον­τος Πα­ϊ­σί­ου, ὅ­ταν γιά ἕ­να χρό­νο δι­ ε­τέ­λε­σα Σχο­λαρ­χεύ­ων στήν Ἀ­θω­νιά­δα. Κα­νέ­νας ἀ­πό τούς κα­θη­γη­τές καί τούς μα­θη­τές τῆς Σχο­λῆς δέν τόν εἶ­χε γνω­ρί­ σει. Πεί­σθη­κα ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο, πό­σο ση­μαν­τι­κή γιά τή Σχο­λή μας ἦ­ταν ἡ πα­ ρου­σί­α του καί οἱ πνευ­μα­τι­κές εὐ­λο­γί­ες πού ἔ­στελ­νε μέ τήν προ­σευ­χή του καί τίς γε­μά­τες ἀ­γά­πη μι­κρές ὑ­λι­κές εὐ­λο­ γί­ες στά παι­διά. Ὁ γέ­ρων Πα­ΐ­σιος κοι­μή­ θη­κε. Οἱ κα­θη­γη­τές σχε­δόν ὅ­λοι λα­ϊ­κοί, οἱ μα­θη­τές μέ mobile phone, mp3, laptop, tablet, οἱ κα­θη­με­ρι­νές ἀ­νέ­σεις πε­ρισ­ σό­τε­ρες, τό φα­γη­τό κα­λύ­τε­ρο, οἱ ἔ­ξο­δοι συ­χνό­τε­ρες, οἱ στο­χο­θε­σί­ες νε­φε­λώ­δεις, τό ἐ­πί­πε­δο ἀ­πελ­πι­στι­κό. Βε­βαί­ως, ὅ­λοι οἱ ὑ­πεύ­θυ­νοι, κυ­ρί­ως ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρά Κοι­ νό­τη­τα, βο­η­θοῦ­σαν ὅ­πως μπο­ροῦ­σαν γιά νά προ­σα­να­το­λι­σθοῦ­με. Ὡ­στό­σο ἐ­γώ, αἰ­σθάν­θη­κα πώς ἄν λεί­ ψουν πο­λι­κοί ἀ­στέ­ρες, ὅ­πως ὁ ὅ­σιος Πα­ΐ­ σιος, εἶ­ναι ἀ­να­πό­φευ­κτη ἡ πε­ρι­πλά­νη­σή μας σέ πε­λά­γη σκο­τει­νά καί ἡ πρό­σκρου­ σή μας σέ ἐ­πι­κίν­δυ­νους ὑ­φά­λους. Καί ὡς ἄλ­λος νο­σταλ­γός Πα­πα­δι­α­μάν­της, ἐ­πι­ γρά­φω: Γλυ­κιά Ἀ­θω­νιά­δα, ἡ ἐν­σάρ­κω­σις τό­τε τῆς χα­ρᾶς. Γλυ­κύ­τα­τε γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σι­ε τῆς χα­ρᾶς μας τό­τε ἡ ἐν­σάρ­κω­σις. Εἶ­θε νά φτά­ση ἡ ὥ­ρα ὁ Κύ­ριος, μέ τίς πρε­σβεῖ­ες τοῦ ὁ­σί­ου Πα­ϊ­σί­ου, πού τό­σο ἀ­γά­πη­σε καί στή­ρι­ξε τούς μι­κρούς μα­θη­τές, νά ἐ­πι­βλέ­ψη καί πά­λι στή γλυ­κύ­τα­τη τρο­φό μας, ὥ­στε νά μπο­ροῦν οἱ ὑ­μνω­δοί καί πά­λι νά ψάλ­ λουν: Ἀ­θω­νιά­δα ξα­κου­στή τοῦ Ἄ­θω­νος τό κλέ­ος, σέ σέ­να μα­θη­τεύ­ου­με μ᾿ εὐ­λά­βεια καί δέ­ος».

×